Επειδή μπαίνουμε σε εξαιρετικά πολωμένη προεκλογική περίοδο, νομίζω
ότι πρέπει να είναι σε γνώση μας πώς και από ποιους γίνονται οι
δημοσκοπήσεις, που σε μεγάλο βαθμό κατευθύνουν την κοινή γνώμη.
Εδώ και αρκετό καιρό, συμμετέχω εθελοντικά στις έρευνες μεγάλης -
τιτανομέγιστης δημοσκοπικής εταιρείας, που συνεργάζεται με όλα τα γνωστά
κανάλια από τα οποία εκπέμπουν τα συμπαθή δελτία των 8.
Στην τελευταία έρευνα, που ήρθε φρέσκια - φρέσκια με mail, υπάρχει - μεταξύ άλλων - η παρακάτω ερώτηση:
"Εσείς με ποιο κριτήριο θα ψηφίσετε στις επερχόμενες εκλογές;"
Ως εδώ καλά.
Εύλογο και ερευνητικά δίκαιο το ερώτημα.
Ποιες όμως ήταν οι διαθέσιμες απαντήσεις;
''α) Θα ψηφίσετε για να τιμωρήσετε τα κόμματα της συγκυβέρνησης
β) Θα ψηφίσετε για να διασφαλίσετε τη θέση της χώρας στο Ευρώ και την αποφυγή της χρεοκοπίας
γ) ΔΓ/ΔΑ ''
Παρατήρηση επί της έρευνας:
Εδώ έχουμε κλασικό παράδειγμα διαχείρισης των προσδοκώμενων
απαντήσεων. Φυσικά και θα επιλέξει το δείγμα την ασφάλεια και την
αποφυγή της χρεωκοπίας. Επομένως, τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης,
όποια κι αν είναι, θα μπορούν να επιστεγαστούν από το ότι οι έλληνες
θέλουν πάνω απ' όλα Ασφάλεια κι Ευρώπη. Ο δημοσκόπος ήθελε αυτό το
αποτέλεσμα να δημοσιεύσει, αυτό θα λάβει.
Παρατήρηση επί της σημειολογίας: (που φανερώνει απλόχερα ό,τι θέμε)
Η ίδια η δόμηση των απαντήσεων κατευθύνει (το δείγμα αρχικά - το εκλογικό σώμα στη συνέχεια- μετά τη δημοσίευση).
Στην περίπτωση της Α), έχουμε χαρακτηριστικό τρόπο γραφής. Μικρή
έκταση, παιδαριώδες ρήμα. Ταυτίζεται με την προβαλλόμενη άποψη περί
ρηχότητας και βλακείας των ανατρεπτικών και δημοκρατικών
κοινοβουλευτικών δυνάμεων.
Αντίθετα, η Β) απάντηση, εκτός από
τη μεγαλύτερη έκταση και το στομφώδες του ρήματος, ταυτίζεται με την
επίσης προβαλλόμενη άποψη περί "υπεύθυνων" πολιτικών δυνάμεων που
οδηγούν τη χώρα στο σωστό και σίγουρο δρόμο.
Συμπέρασμα, αμιγώς προσωπικό:
Η παραπάνω ερώτηση είναι χαρακτηριστικό του τί θα αντιμετωπίσουμε στο
κοντινό μέλλον. Δημοσκοπήσεις αντικειμενικές μεν (δεν έχω παράπονο
κανένα για τις υπόλοιπες ερωτήσεις), με πικάντικα υποερωτήματα και
αστερίσκους δε.
Τα κύκνεια άσματα μίας παγιωμένης και διεφθαρμένης
κομματικής / κρατικής νομενκλατούρας, που έβρισκε, βρίσκει και θα
βρίσκει τρόπους και τεχνάσματα να στρέψει την ενάντια πραγματικότητα,
υπέρ της ξανά.
Η τρανότερη απόδειξη ότι οι κοινωνίες δεν είναι αυθύπαρκτα γιουρούσια, αλλά βρίθουν εσωτερικών αντιθέσεων και συγκρούσεων.
Το ισχυρότερο σημείο της απόλυτης ανάγκης για επαγρύπνηση και νηφαλιότητα όλου του εκλογικού σώματος.
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014
Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014
Ψυχή Ασήμι
Από μικρός είχα μία περίεργη αντίληψη του κόσμου.
Οι γονείς μου έχουν να λένε ιστορίες για τα μη συνειδητά μου χρόνια. Υποστηρίζουν πως είχα μία αλλόκοτη τάση και ροπή προς τις μυρωδιές και τα χρώματα, πολλές φορές στα όρια του περίεργου. Δεν άγγιζα τα πολύχρωμα παιχνίδια που μου δώριζαν, αλλά λάτρευα να ανοίγω τα σκουπίδια και να βλέπω τα χρώματα. Το πράσινο της φλούδας του μήλου. Το κόκκινο από την τριμμένη τομάτα. Το μωβ του πεταμένου κρέατος. Άνοιγα τα αποσμητικά χώρου, τα καθαριστικά και τα αρώματα, πετώντας ανεξήγητα ή κρύβοντας κάποια. Οι αισθήσεις της αφής και της όρασης, ήταν μόνο σύμφωνες με ένα νήπιο.
Περνώντας στην εποχή του συνειδητού, έχω να θυμηθώ πράγματα ο ίδιος. Τις μέρες της εβδομάδας τις χρωμάτιζα στο νου μου όταν τις σκεφτόμουν. Κάποιες μελωδίες είχαν επιρροή στα χρώματα με τα οποία σκεφτόμουν τον κόσμο. Και η χειρότερη σύνδεση, ήταν αυτή της όσφρυσης με τους χρωματισμούς που περιδιάβαιναν στο κεφάλι μου. Η μυρωδιά του θεάτρου σκιών μου έφερνε στο νου το μωβ της μοκέτας. Η μυρωδιά συγκεκριμένων περιοχών μου έφερνε στο νου το εκάστοτε χρώμα των πολυκατοικιών τους. Συνέδεα ανθρώπους και γεγονότα με οσφρύσεις. Η ναφθαλίνη ήταν ο ένας παππούς, ο καπνός του τσιγάρου ο μπαμπάς, ο καπνός του τζακιού ο άλλος παππούς, η καμμένη ζάχαρη, πανηγύρι στην επαρχία.
Όλα αυτά τα ωραία και περίεργα, παρέμεναν καταχωνιασμένα στο νου μου καθ' όλη τη διάρκεια της εφηβείας. Δεν τα είχα υπόψη μου. Η ζωή μου ως έφηβος, ήταν εντελώς φυσιολογική από αισθαντικής άποψης. Μόνο κουσούρι, η απέχθεια στα έντονα τεχνητά αρώματα, όπως αυτό των περισσοτέρων αφρολούτρων, και η -λίγο αστεία- συνήθεια να μυρίζω οτιδήποτε σα σκύλος πριν το φάω. Τα χρώματα, οι ήχοι, οι μυρωδιές, σταμάτησαν να μπλέκονται. Τα χρόνια αυτά πέρασαν στο άψε-σβήσε. Γυμνάσιο - Λύκειο - Πανελλήνιες, κύλησαν δίχως (πολύ) έντονες αναμνήσεις. Η ζωή εκτυλισσόταν πρόχειρα και βάναυσα, σε αδρές, χορταστικές ποσότητες.
Μέχρι που έπεσε, πριν λίγες μέρες, στα χέρια μου, ένα ξενόγλωσσο οτινάναι σάητ, που αναφερόταν στην πάθηση (sic) της συναισθησίας. Η αναφορές ταίριαζαν γάντι. Ο συναισθητικός κατακλύζεται από αλληλουχίες αισθήσεων από ένα και μόνο ερέθισμα, που συνήθως αφορά μία αίσθηση. Έτσι, τα χρώματα αναπαριστούν μέρες, οι νότες χρώματα και μυρωδιές, οι μυρωδιές όψεις και, όλα αυτά, τούμπαλιν.
Πήρα καινούριο και ισχυρό κινητό. Βρήκα πως υπήρχε τρόπος να παίξω με εξομοίωση σύγχρονα παιχνίδια από φορητές κονσόλες.
Έβαλα λοιπόν, βαρεμάρα ατόμου που δεν έχει εξεταστική το Σεπτέμβρη γαρ, δύο παιχνίδια Pokemon (ναι). Το πρώτο, εντελώς σύγχρονο, καμία σχέση με αυτά που έπαιζα μικρός, η σειρά έχει χάσει το πνεύμα, κλπκλπ, το βαρέθηκα σύντομα.
Το δεύτερο λεγόταν soul silver. Μου κίνησε την περιέργεια ο τίτλος, δεδομένου ότι στην παραπάνω αναφερθείσα ευαίσθητη ηλικία, έπαιζα ένα που λεγόταν silver σκέτο. Το επέλεξα. Πάτησα launch.
Ξεκίνησα να παίζω.
Ήταν το μεγαλύτερο σοκ των τελευταίων ετών. Επρόκειτο για μία απολύτως προσεγμένη και ευπαρουσίαστη έκδοση του γνωστού σε μένα παιχνιδιού, κατά τα έτη 2000-03. Τα πάντα μέσα του ήταν εκσυγχρονισμένα, αλλά ο πυρήνας της ιστορίας, παρέμενε εντελώς ανέγγιχτος. Η μουσική είχε αλλοιωθεί σε σημείο που δεν προκαλούσε νοσταλγία. Καθ' όλη τη διάρκεια του παιχνδιού, είχα έναν καημό: Χάθηκε να κρατούσαν την παλιά; Γιατί κράτησαν τον πυρήνα κι άλλαξαν τη δεύτερη φωνή; Γιατί το έκαναν πολυφωνικό και μοντέρνο; Ήταν όμως όλα όπως τα θυμόμουν, όπως τα έκανα το 2001, αλλά είχαν τη σημερινή χροιά.
Από τη χαρά μου που έβρισκα ένα προσεγμένο remake των παλιών, τέλειωσα όλη την υπόθεση μέσα σε 2-3 μέρες. Έως ότου, σε ένα τυχαίο κτήριο στο παιχνίδι, ένας ''τύπος'' μου ''έδωσε'' ένα εργαλείο, ως ''επιβράβευση'' για την αποπεράτωση του σκοπού ''μου'':
Πρόκειται για την ορίτζιναλ, την αυθεντική μουσική, την ευχάριστη γιαπωνέζικη μελωδιούλα της προ δεκαπενταετίας τεχνολογικής ακμής.
Αίφνης, ο νους μου σταμάτησε. Κοίταξα το κενό για λίγο, έως να καταλάβω τί συνέβαινε. Και τότε, όλα βγήκαν στο φως. Το μπλε γκεημ μποϊ, με το κόκκινο φωτάκι για τη μπαταρία. Τα μικρά μου χεράκια. Οι γονείς μου νέοι. Βόλτες στη μηχανή του παππού μου, με μυρωδιά θυμαριού και παγωμένο βουνίσιο αέρα στα αυτιά και τη μύτη. Ξύσιμο μολυβιού στη Β' δημοτικού. Γιουβαρλάκια στους αμπελόκηπους. Παιχνίδι από το πρωί ως το βράδι στα σοκάκια του πλωμαρίου. Εγώ παραγαμπράκι στο γάμο του θείου μου. Εγώ να ψάχνω καπάκια από μπύρα για να τα χαρίσω στον έρωτα εκείνης της βραδιάς γλεντιού με λύρα και βραστό κρέας. Βραστό κρέας. Οκτωβριανή βροχή. Ο πρώτος μας υπολογιστής. Τα windows xp. Με τον άλλο παππού στην εκκλησία. Στο γραφείο του θείου Φρίξου. Το παλιό μας γκολφάκι. Η πρώτη λέξη του Μάνου. Το Ε/Γ Ο/Γ Νίκος Καζαντζάκης. Ποδόσφαιρο στο ολοήμερο σχολείο - όλη μέρα λάσκα. Το σπιτάκι του νονού μου, μία λευκή προσφυγική μονοκατοικία με κήπο, ανάμεσα στις πολυκατοικίες της Καλλιθέας. Ο ίδιος ο νονός μου, νεός κι αυτός, με ένα λαούτο στο χέρι.
Δάκρυα, πολλά δάκρυα στα μάτια. Και οργή, ανείπωτη οργή, που τα έχω όλα αυτά σε υπερθετικό βαθμό, αλλά τίποτα πια δε στέκεται, μα η ζωή περνάει σα σίφουνας και δίχως να αγγίξει. Πλέον έχω κινητό με φωτιζόμενη οθόνη, οδηγώ ο ίδιος, δε χρειάζεται να με πάνε άλλοι βόλτα, ούτε να μου μαγειρέψουν, ενώ αντί να στριμωχνόμαστε σε γκολφ, αράζουμε σε ένα τζιπ. Δε χρειάζεται να ξύνω μολύβια, έχω στιλό. Τα γλέντια είναι πολλαπλάσια. Οι έρωτες επίσης. Ο υπολογιστής μου είναι πανίσχυρος και έχει το συγχρονότερο λειτουργικό. Ο μάνος κάνει όποια συζήτηση θελήσεις. Τα καινούρια πλοία είναι ομορφότερα και ταχύτερα.
Αυτά που λείπουν, δε μπορούσα να τα βρω. Για τρεις ημέρες, δε βγήκα από το σπίτι, δεν είχα όρεξη να φάω, κοιμόμουν ξημερώματα και ξύπναγα μεσημέρι. Άκουγα σα μουρλός τη μουσικούλα και θυμόμουν και αναπολούσα, κι έλεγα τί πήγε στραβά, και δε χαράζονται πια όλα ανεξίτηλα στο πετσί μου. Το κωλοπαίχνιδο είχε χτυπήσει την πιο καίρια συναισθητική μου χορδή, και όλο μου το ψυχικό είναι παλλόταν στους ρυθμούς του.
Ώσπου, άρχισα να το συνηθίζω. Οι παππούδες και οι γέροι θείοι, όσο γαμάτοι κι αν είναι, είναι φτιαγμένοι για να πεθάνουν, να διαλυθούν μια για πάντα, αφού πρώτα όμως σε έχουν γεμίσει εφόδια. Μνήμες, εμπειρίες, νουθεσίες που θα σε συνοδεύουν μία ζωή. Έπειτα, κατάλαβα. Μάλλον ο παιδικός νους είναι επίσης φτιαγμένος ώστε να εκλαμβάνει τα πάντα θετικά. Πάντα υπάρχουν δυσάρεστες στιγμές, σκοτούρες. Αλλά ο παιδικός νους, φιλτράρει τα καλύτερα, και τα κάνει βιώματα. Η νεότητα παρέρχεται ασταμάτητα και ανεπιστρεπτί. Ο νονός και οι γονείς μου, στις μνήμες μου, δεν είναι πάνω από 10 χρόνια μεγαλύτεροι από την τωρινή μου ηλικία.
Κατέληξα λοιπόν πως όλα στη ζωή είναι. Αν δεν τα αφομοιώσεις, δε ζεις, παρά κάτι πλαστό. Κι αφού το έμαθα αυτό το τόσο σημαντικό μάθημα από τα 19 μου, ανέκαμψα αυθημερόν, το παιχνιδάκι έφαγε delete, τα δάκρυα στέρεψαν. Επανήλθα στην ανάγνωση πολύ ενδιαφερόντων βιβλίων περί της επιστήμης μου, που τόσο αγαπώ και θέλω να κατακτήσω.
Η συναισθησία θα παραμείνει ως έχει. Θα είναι εκεί να μου θυμίζει αραιά και πού, όποτε της δίνεται τυχαία η ευκαιρία, πως από τους αγαπημένους μου εκλιπόντες, έλαβα τόση σοφία, σύνεση, ευτυχία και πολυδιάσταση χαρακτήρα, που η συνεισφορά τους φτάνει να ζήσουν δυο και τρεις φορές. Και να μου υπενθυμίζει όσους έχασαν την ορμή της νιότης τους, εφοδιάζοντάς με το θάρρος να μην πάψω να ενδιαφέρομαι για όλους και όλα, να μπαίνω κριτικά στο πετσί των πραγμάτων, να μη φοβάμαι να δείξω ποιος είμαι, τί θέλω, τί επιδιώκω και τί ονειρεύομαι, χωρίς την ανασφάλεια, τη μιζέρια και τα προσωπεία του σύγχρονου οχετού.
Οι γονείς μου έχουν να λένε ιστορίες για τα μη συνειδητά μου χρόνια. Υποστηρίζουν πως είχα μία αλλόκοτη τάση και ροπή προς τις μυρωδιές και τα χρώματα, πολλές φορές στα όρια του περίεργου. Δεν άγγιζα τα πολύχρωμα παιχνίδια που μου δώριζαν, αλλά λάτρευα να ανοίγω τα σκουπίδια και να βλέπω τα χρώματα. Το πράσινο της φλούδας του μήλου. Το κόκκινο από την τριμμένη τομάτα. Το μωβ του πεταμένου κρέατος. Άνοιγα τα αποσμητικά χώρου, τα καθαριστικά και τα αρώματα, πετώντας ανεξήγητα ή κρύβοντας κάποια. Οι αισθήσεις της αφής και της όρασης, ήταν μόνο σύμφωνες με ένα νήπιο.
Περνώντας στην εποχή του συνειδητού, έχω να θυμηθώ πράγματα ο ίδιος. Τις μέρες της εβδομάδας τις χρωμάτιζα στο νου μου όταν τις σκεφτόμουν. Κάποιες μελωδίες είχαν επιρροή στα χρώματα με τα οποία σκεφτόμουν τον κόσμο. Και η χειρότερη σύνδεση, ήταν αυτή της όσφρυσης με τους χρωματισμούς που περιδιάβαιναν στο κεφάλι μου. Η μυρωδιά του θεάτρου σκιών μου έφερνε στο νου το μωβ της μοκέτας. Η μυρωδιά συγκεκριμένων περιοχών μου έφερνε στο νου το εκάστοτε χρώμα των πολυκατοικιών τους. Συνέδεα ανθρώπους και γεγονότα με οσφρύσεις. Η ναφθαλίνη ήταν ο ένας παππούς, ο καπνός του τσιγάρου ο μπαμπάς, ο καπνός του τζακιού ο άλλος παππούς, η καμμένη ζάχαρη, πανηγύρι στην επαρχία.
Όλα αυτά τα ωραία και περίεργα, παρέμεναν καταχωνιασμένα στο νου μου καθ' όλη τη διάρκεια της εφηβείας. Δεν τα είχα υπόψη μου. Η ζωή μου ως έφηβος, ήταν εντελώς φυσιολογική από αισθαντικής άποψης. Μόνο κουσούρι, η απέχθεια στα έντονα τεχνητά αρώματα, όπως αυτό των περισσοτέρων αφρολούτρων, και η -λίγο αστεία- συνήθεια να μυρίζω οτιδήποτε σα σκύλος πριν το φάω. Τα χρώματα, οι ήχοι, οι μυρωδιές, σταμάτησαν να μπλέκονται. Τα χρόνια αυτά πέρασαν στο άψε-σβήσε. Γυμνάσιο - Λύκειο - Πανελλήνιες, κύλησαν δίχως (πολύ) έντονες αναμνήσεις. Η ζωή εκτυλισσόταν πρόχειρα και βάναυσα, σε αδρές, χορταστικές ποσότητες.
Μέχρι που έπεσε, πριν λίγες μέρες, στα χέρια μου, ένα ξενόγλωσσο οτινάναι σάητ, που αναφερόταν στην πάθηση (sic) της συναισθησίας. Η αναφορές ταίριαζαν γάντι. Ο συναισθητικός κατακλύζεται από αλληλουχίες αισθήσεων από ένα και μόνο ερέθισμα, που συνήθως αφορά μία αίσθηση. Έτσι, τα χρώματα αναπαριστούν μέρες, οι νότες χρώματα και μυρωδιές, οι μυρωδιές όψεις και, όλα αυτά, τούμπαλιν.
Πήρα καινούριο και ισχυρό κινητό. Βρήκα πως υπήρχε τρόπος να παίξω με εξομοίωση σύγχρονα παιχνίδια από φορητές κονσόλες.
Έβαλα λοιπόν, βαρεμάρα ατόμου που δεν έχει εξεταστική το Σεπτέμβρη γαρ, δύο παιχνίδια Pokemon (ναι). Το πρώτο, εντελώς σύγχρονο, καμία σχέση με αυτά που έπαιζα μικρός, η σειρά έχει χάσει το πνεύμα, κλπκλπ, το βαρέθηκα σύντομα.
Το δεύτερο λεγόταν soul silver. Μου κίνησε την περιέργεια ο τίτλος, δεδομένου ότι στην παραπάνω αναφερθείσα ευαίσθητη ηλικία, έπαιζα ένα που λεγόταν silver σκέτο. Το επέλεξα. Πάτησα launch.
Ξεκίνησα να παίζω.
Ήταν το μεγαλύτερο σοκ των τελευταίων ετών. Επρόκειτο για μία απολύτως προσεγμένη και ευπαρουσίαστη έκδοση του γνωστού σε μένα παιχνιδιού, κατά τα έτη 2000-03. Τα πάντα μέσα του ήταν εκσυγχρονισμένα, αλλά ο πυρήνας της ιστορίας, παρέμενε εντελώς ανέγγιχτος. Η μουσική είχε αλλοιωθεί σε σημείο που δεν προκαλούσε νοσταλγία. Καθ' όλη τη διάρκεια του παιχνδιού, είχα έναν καημό: Χάθηκε να κρατούσαν την παλιά; Γιατί κράτησαν τον πυρήνα κι άλλαξαν τη δεύτερη φωνή; Γιατί το έκαναν πολυφωνικό και μοντέρνο; Ήταν όμως όλα όπως τα θυμόμουν, όπως τα έκανα το 2001, αλλά είχαν τη σημερινή χροιά.
Από τη χαρά μου που έβρισκα ένα προσεγμένο remake των παλιών, τέλειωσα όλη την υπόθεση μέσα σε 2-3 μέρες. Έως ότου, σε ένα τυχαίο κτήριο στο παιχνίδι, ένας ''τύπος'' μου ''έδωσε'' ένα εργαλείο, ως ''επιβράβευση'' για την αποπεράτωση του σκοπού ''μου'':
Πρόκειται για την ορίτζιναλ, την αυθεντική μουσική, την ευχάριστη γιαπωνέζικη μελωδιούλα της προ δεκαπενταετίας τεχνολογικής ακμής.
Αίφνης, ο νους μου σταμάτησε. Κοίταξα το κενό για λίγο, έως να καταλάβω τί συνέβαινε. Και τότε, όλα βγήκαν στο φως. Το μπλε γκεημ μποϊ, με το κόκκινο φωτάκι για τη μπαταρία. Τα μικρά μου χεράκια. Οι γονείς μου νέοι. Βόλτες στη μηχανή του παππού μου, με μυρωδιά θυμαριού και παγωμένο βουνίσιο αέρα στα αυτιά και τη μύτη. Ξύσιμο μολυβιού στη Β' δημοτικού. Γιουβαρλάκια στους αμπελόκηπους. Παιχνίδι από το πρωί ως το βράδι στα σοκάκια του πλωμαρίου. Εγώ παραγαμπράκι στο γάμο του θείου μου. Εγώ να ψάχνω καπάκια από μπύρα για να τα χαρίσω στον έρωτα εκείνης της βραδιάς γλεντιού με λύρα και βραστό κρέας. Βραστό κρέας. Οκτωβριανή βροχή. Ο πρώτος μας υπολογιστής. Τα windows xp. Με τον άλλο παππού στην εκκλησία. Στο γραφείο του θείου Φρίξου. Το παλιό μας γκολφάκι. Η πρώτη λέξη του Μάνου. Το Ε/Γ Ο/Γ Νίκος Καζαντζάκης. Ποδόσφαιρο στο ολοήμερο σχολείο - όλη μέρα λάσκα. Το σπιτάκι του νονού μου, μία λευκή προσφυγική μονοκατοικία με κήπο, ανάμεσα στις πολυκατοικίες της Καλλιθέας. Ο ίδιος ο νονός μου, νεός κι αυτός, με ένα λαούτο στο χέρι.
Δάκρυα, πολλά δάκρυα στα μάτια. Και οργή, ανείπωτη οργή, που τα έχω όλα αυτά σε υπερθετικό βαθμό, αλλά τίποτα πια δε στέκεται, μα η ζωή περνάει σα σίφουνας και δίχως να αγγίξει. Πλέον έχω κινητό με φωτιζόμενη οθόνη, οδηγώ ο ίδιος, δε χρειάζεται να με πάνε άλλοι βόλτα, ούτε να μου μαγειρέψουν, ενώ αντί να στριμωχνόμαστε σε γκολφ, αράζουμε σε ένα τζιπ. Δε χρειάζεται να ξύνω μολύβια, έχω στιλό. Τα γλέντια είναι πολλαπλάσια. Οι έρωτες επίσης. Ο υπολογιστής μου είναι πανίσχυρος και έχει το συγχρονότερο λειτουργικό. Ο μάνος κάνει όποια συζήτηση θελήσεις. Τα καινούρια πλοία είναι ομορφότερα και ταχύτερα.
Αυτά που λείπουν, δε μπορούσα να τα βρω. Για τρεις ημέρες, δε βγήκα από το σπίτι, δεν είχα όρεξη να φάω, κοιμόμουν ξημερώματα και ξύπναγα μεσημέρι. Άκουγα σα μουρλός τη μουσικούλα και θυμόμουν και αναπολούσα, κι έλεγα τί πήγε στραβά, και δε χαράζονται πια όλα ανεξίτηλα στο πετσί μου. Το κωλοπαίχνιδο είχε χτυπήσει την πιο καίρια συναισθητική μου χορδή, και όλο μου το ψυχικό είναι παλλόταν στους ρυθμούς του.
Ώσπου, άρχισα να το συνηθίζω. Οι παππούδες και οι γέροι θείοι, όσο γαμάτοι κι αν είναι, είναι φτιαγμένοι για να πεθάνουν, να διαλυθούν μια για πάντα, αφού πρώτα όμως σε έχουν γεμίσει εφόδια. Μνήμες, εμπειρίες, νουθεσίες που θα σε συνοδεύουν μία ζωή. Έπειτα, κατάλαβα. Μάλλον ο παιδικός νους είναι επίσης φτιαγμένος ώστε να εκλαμβάνει τα πάντα θετικά. Πάντα υπάρχουν δυσάρεστες στιγμές, σκοτούρες. Αλλά ο παιδικός νους, φιλτράρει τα καλύτερα, και τα κάνει βιώματα. Η νεότητα παρέρχεται ασταμάτητα και ανεπιστρεπτί. Ο νονός και οι γονείς μου, στις μνήμες μου, δεν είναι πάνω από 10 χρόνια μεγαλύτεροι από την τωρινή μου ηλικία.
Κατέληξα λοιπόν πως όλα στη ζωή είναι. Αν δεν τα αφομοιώσεις, δε ζεις, παρά κάτι πλαστό. Κι αφού το έμαθα αυτό το τόσο σημαντικό μάθημα από τα 19 μου, ανέκαμψα αυθημερόν, το παιχνιδάκι έφαγε delete, τα δάκρυα στέρεψαν. Επανήλθα στην ανάγνωση πολύ ενδιαφερόντων βιβλίων περί της επιστήμης μου, που τόσο αγαπώ και θέλω να κατακτήσω.
Η συναισθησία θα παραμείνει ως έχει. Θα είναι εκεί να μου θυμίζει αραιά και πού, όποτε της δίνεται τυχαία η ευκαιρία, πως από τους αγαπημένους μου εκλιπόντες, έλαβα τόση σοφία, σύνεση, ευτυχία και πολυδιάσταση χαρακτήρα, που η συνεισφορά τους φτάνει να ζήσουν δυο και τρεις φορές. Και να μου υπενθυμίζει όσους έχασαν την ορμή της νιότης τους, εφοδιάζοντάς με το θάρρος να μην πάψω να ενδιαφέρομαι για όλους και όλα, να μπαίνω κριτικά στο πετσί των πραγμάτων, να μη φοβάμαι να δείξω ποιος είμαι, τί θέλω, τί επιδιώκω και τί ονειρεύομαι, χωρίς την ανασφάλεια, τη μιζέρια και τα προσωπεία του σύγχρονου οχετού.
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014
Ελληνική Ιδιαιτερότητα κι Ακτοπλοΐα
Η Ελλάδα υπήρξε από την προϊστορία μια περιοχή πολύ ιδιαίτερη.
Το πολύ ιδιόμορφο νησιωτικό ανάγλυφό του ελλαδικού χώρου, και ιδιαιτέρως του Αιγαιακού, συνέδραμε τα μέγιστα ώστε να έχουμε τη γνωστή άνθιση του εμπορίου από την αρχαιότητα, και των πολιτισμών που ήκμασαν στην περιοχή.
Οι ίδιοι ναυτικοί δρόμοι που διασχίζονταν από τις τριήρεις στην αρχαιότητα, τα χελάνδια το μεσαίωνα, τις κάρακες την αναγέννηση, είναι οι δρόμοι που σήμερα η ελληνική ακτοπλοΐα χρησιμοποιεί για να συνδέσει την ηπειρωτική χώρα με τη νησιωτική.
Από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους, το μοτίβο της διαδικασίας, ήταν πολύ απλό. Οι εκάστοτε νησιώτες φρόντιζαν να υπάρχει σύνδεση της πατρίδας τους με τη χώρα. Αναλάμβαναν τα πάντα και αποκόμιζαν τα όποια κέρδη από τις μεταφορές. Όταν οι δουλειές πήγαιναν καλά, αγόραζαν και άλλα πλοία, μεγαλύτερα και συγχρονότερα. Ίδρυαν εταιρείες, ή κοινοπραξίες, στις οποίες και έδιναν τα ονόματα των περιοχών που εξυπηρετούσαν. Έτσι, σε αυτό το μοτίβο, από τη μεταπολεμική περίοδο και μετά, έχουμε την ίδρυση και ανάπτυξη των ναυτιλιακών εταιρειών - κοινοπραξιών της Σύμης, της Σαμοθράκης, της Τήλου, της Λέσβου, της Κέρκυρας, της Σάμου, της Ρόδου, της Σκύρου κ.οκ.
Οι εργαζόμενοι σε αυτές, ήταν ως επί το πλείστον νησιώτες. Και, τις περισσότερες φορές, περνούσαν τα ιδιαίτερα νησιωτικά ''κουσούρια'' και ταμπεραμέντο τους στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των πλοίων τους. Όμως, το ότι δούλευαν στην ουσία για το καλό εκείνων και του τόπου τους, τους εξωθούσε σε πραγματικά ριψοκίνδυνες προσεγγίσεις λιμανιών και πλοήγηση με δυνατούς ανέμους. Τα νησιά σπάνια έμεναν χωρίς εξυπηρέτηση, κι αυτό οφειλόταν κυρίως στο ότι οι ναυτιλιακές τους εταιρείες, ήταν η ίδια τους η σάρκα.
Κάτι τέτοιο θυμάμαι κι εγώ, ως μικρό παιδί. Είχα την τύχη να "προλάβω" να γεννηθώ στα τελειώματα της εποχής εκείνης, του σχεδόν φεντεραλιστικού χαρακτήρα της ακτοπλοΐας. Η δική μου άσχημη και γεμάτη κουσούρια μούσα, ήταν η ΝΕΛ. Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου, η οποία, ιδρυμένη από μυτιληνιούς κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα, διέθετε έναν απαρχαιωμένο στόλο με τον οποίο κάλυπτε τη Λέσβο, τη Χίο, ενίοτε και τη Λήμνο. Με σύμβολο την Αργώ, στα σκουριασμένα της φουγάρα, και με τα παλαιινά 70s - 80s γράμματα, είχε γραμμένα περήφανα τα ονόματα των πλοίων, παρμένα από τη Λέσβια ιστορία και μυθολογία: Σαπφώ, Αλκαίος, Ταξιάρχης, Θεόφιλος. Η ''ναυαρχίδα'' και καμάρι της, ονομαζόταν Μυτιλήνη. Της ''Σαπφούς'' της κρεμότανε οι σωλήνες από τα ταβάνια, τα οποία ήταν ακάλυπτα. Ο ''Θεόφιλος'' θεωρούνταν σύγχρονος γιατί είχε κλιματισμό.
Το ''Μυτιλήνη'' είχε ανακηρυχθεί το καλύτερο στην Ελλάδα για το 1995. Ήταν το σκαρί με το οποίο, ως παιδί, ταξίδευα γεμάτος χαρά και προσμονή, για τον τόπο καταγωγής μου, για διακοπές με τους γονείς, τον παππού και τη γιαγιά. Ο Λέσβιος χαρακτήρας του ''μύριζε'' από την είσοδο. Κοντοί, στρογγυλοπρόσωποι τα μέλη του πληρώματος. Η ομιλία τους διατηρούσε την ελαφρά παραμόρφωση των "ου" , "ε" , "η". Το "λ" και το "ν" τους είχαν τη χαρακτηριστική λεπτότητα, εκείνη που για να αποκτήσεις πρέπει να εξευγενίσεις βίαια τα ανώτατα κοιλώματα της μύτης σου. Στο γκαράζ, το γιοτ (j) έδινε κι έπαιρνε στο τέλος των λέξεων. Το εσωτερικό, διακοσμημένο με ζωγραφιές του Θεοφίλου, χάρτες του νησιού, ξεθωριασμένα καθίσματα. Η μυρωδιά είχε κάτι από ούζο, κατάφυτους Ελαιώνες και απάνεμους κόλπους. Οι πλοίαρχος ανακοίνωνε και έσπερνε χαμόγελα σε όσους άκουγαν, ίσως και μετά από χρόνια, την προφορά του τόπου τους. Είχε πάντα ακρίβεια Μυτιληνιά: Από τον Πειραιά έφευγε με τουλάχιστον μισή ώρα καθυστέρηση, από τη Μυτιλήνη, με τουλάχιστον μία.
Η ίδια η εταιρεία έπασχε από τα προβλήματα και τις γελοιότητες που πάσχει και το ίδιο το νησί: Εγκατάλειψη, ωχαδερφισμός, άρνηση στις νέες τεχνολογίες και την πρόοδο. Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες έβριζαν που δεν κρατούσε εισιτήρια, δε μπορούσες να τα κλείσεις μέσω τηλεφώνου, δε μπορούσες να τα αλλάξεις χωρίς προσωπική παρουσία στη Μυτιλήνη (!!!).
Κι όμως. Ήταν από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας. Μεγάλος αριθμός καραβιών κι επιβατών, μονοπώλιο στο δεύτερο σε έκταση και τρίτο σε πληθυσμό νησί της χώρας, τη Λέσβο. Ζούσε το δικό της, μπατίρηκο, αξημέρωτο ελληνικό όνειρο. Και εκεί, ξεκίνησε ο κατήφορος.
Βλέποντας τους δείκτες να ανεβαίνουν και έχοντας τη σιγουριά του μονοπωλίου στη Λέσβο, η εταιρεία προχωρά σε αλματώδεις αλλαγές. Απο συνεταιριστική των μυτιληνιών, περνά σε ιδιώτη. ΝΑΥΠΗΓΕΙ ταχύτατα και σύγχρονα σκάφη στη Γαλλία, με σκοπό να ρίξει στο μισό την ώρα μετάβασης στη Λέσβο, που τότε κυμαίνονταν στις 12-13 ώρες.
Το σχέδιο αποτυγχάνει πλήρως, τα πανάκριβα πλοία δεν αποσβαίνουν ποτέ το κόστος τους. Ακολουθούν σπασμωδικές κινήσεις (δρομολόγησή τους στο Ρέθυμνο) που δεν έχουν , φυσικά, κανένα αποτέλεσμα. Η εταιρεία χτυπάει (ηθελημένα;) το ''Θεόφιλο'' σε βράχια και πωλείται, και την τελευταία τουλάχιστον πενταετία φυτοζωεί νοικιάζοντας Κυπριακά σαπιοκάραβα. Το μυτιλήνη δεν πάει πια... στη μυτιλήνη, ο ''ταξιάρχης'' κάνει το Λαύριο - Λήμνος. Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου, δεν πηγαίνει πλέον στη Λέσβο.
Πλέον, ο νεοελληνισμός έχει αλώσει οριστικά και αυτό , το απόρθητο μέχρι πρότινος, κάστρο. Το νησί εξυπηρετείται από το ολοκαίνουριο Blue Star Patmos (τι γκλάμουρους που είμαστε εμείς οι νεοέλληνες!) και από τη Hellenic Seaways, με αμφότερες επιλογές να είναι βάρκες πολυτελείας που τρέμουν στο πρώτο κύμα, εν αντιθέσει με τα κραταιά, ποντοπόρα της ΝΕΛ. Πλέον, στην είσοδο δεν ακούγεται το λεπτό (και βαριεστημένο) καλημέρισμα. Πλέον, ο σερβιτόρος του εστιατορίου δεν αλλάζει βιαστικά τα ρούχα του να πάει να δέσει το καράβι.
Πλέον, ο μπακαλιάρικος, άχρωμος νεοελληνισμός πάει διαδικαστικά (και) εκεί πέρα, σα να έκανε το Αθήνα - Κόρινθος, ή το Κοζάνη - Θεσσαλονίκη. Με ακρίβεια λεπτού σε αφίξεις και αναχωρήσεις. Με καταστήματα φρουφρου κι αρωμάτων στο πολυτελές κατάστρωμα, που σε τίποτα δε θυμίζει τον προορισμό και τις καταβολές του· μία πλακέτα που δηλώνει ότι η ναυπήγηση έγινε στο Busan της Ν. Κορέας το 2012, είναι η μόνη διακόσμηση. Η μυρωδιά του τίποτα πλανάται. Είσαι σε ένα σωρό σίδερα που κινείται προς κάπου. Δεν είσαι "στο πλοίο".
Τελευταίο άνδρο, μεγάλης εμβέλειας, στην Ελλάδα: Κρήτη. Οι Μινωικές γραμμές με το πριγκηπόπουλο στο φουγάρο και η (ημιφαλιρισμένη) ΑΝΕΚ με το χάρτη της Κρήτης, διατηρούν στο ακέραιο το μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό νησί της χώρας, υπό τη σκέπη τους. Με τα μεγαλύτερα και συγχρονότερα σκαριά της χώρας, ο ταξιδιώτης είναι ήδη στον τόπο του, πριν φτάσει σε αυτόν. Ο τσιτακισμός σε καλωσορίζει σε όλες τις πτυχές της επικοινωνίας με το πλήρωμα. Όταν παρκάρεις στο γκαράζ, η απάντηση είναι "Καλά 'σαι!". Στα εστιατόρια σερβίρεται (και) Γαμοπίλαφο με κατσίκα βραστή. Ξεχωρίζεις από την προφορά ποιοι από το πλήρωμα είναι Χανιώτες ή Ηρακλειώτες. Σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, σε κάθε άφιξη / αναχώρηση, βγαίνει φορτηγό - καταψύκτης για να παραλάβει τα κρέατα που μεταφέρουν οι επιβάτες από και προς την πατρίδα. Ο συνεταιριστικός χαρακτήρας έχει απωλεστεί, αλλά ο τοπικός, όχι.
Κατά τ' άλλα, σκέπτομαι και λυπάμαι όσους δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν την πραγματική Ελλάδα, με τους τοπικισμούς, τις ιδιαιτερότητές της, την αληθινή νησιωτική της αύρα. Όσους, σαν προτεστάντες, στοιβάζονται αγχωμένοι σε άχρωμα blue sky και white snow, κοιτώντας τα ρολόγια τους, αδημονώντας να φτάσουν στα 15θήμερα μακροβούτια που θα σπάσουν την αφόρητη ζωή 300 ημερών γραφείου. Έτσι, κάπου κοντά, να πάμε κατά εκατομμύρια. Το πολύ ως τις Κυκλάδες. Τις βουτιές μας, τη νυχτερινή μας ζωή, και πίσω στην ασφαλή αγκαλιά του τσιμέντου. Σκέπτομαι και λυπάμαι τους Χιώτες που δεν οσφρύζονται πια τη μαστίχα, τους Ροδίτες που δε μυρίζουν πια το μέλι, τους Ναξιώτες που δεν αισθάνονται πια το τυρί.
Απ' την άλλη, μην τους κλαίω, είναι Ευρωπαίοι πια. Είναι άχρωμοι, άοσμοι, ακριβείς, ενδεχομένως και πιο ορθολογικοί. Άρα, όλα καλά πάνε.
Το πολύ ιδιόμορφο νησιωτικό ανάγλυφό του ελλαδικού χώρου, και ιδιαιτέρως του Αιγαιακού, συνέδραμε τα μέγιστα ώστε να έχουμε τη γνωστή άνθιση του εμπορίου από την αρχαιότητα, και των πολιτισμών που ήκμασαν στην περιοχή.
Οι ίδιοι ναυτικοί δρόμοι που διασχίζονταν από τις τριήρεις στην αρχαιότητα, τα χελάνδια το μεσαίωνα, τις κάρακες την αναγέννηση, είναι οι δρόμοι που σήμερα η ελληνική ακτοπλοΐα χρησιμοποιεί για να συνδέσει την ηπειρωτική χώρα με τη νησιωτική.
Από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους, το μοτίβο της διαδικασίας, ήταν πολύ απλό. Οι εκάστοτε νησιώτες φρόντιζαν να υπάρχει σύνδεση της πατρίδας τους με τη χώρα. Αναλάμβαναν τα πάντα και αποκόμιζαν τα όποια κέρδη από τις μεταφορές. Όταν οι δουλειές πήγαιναν καλά, αγόραζαν και άλλα πλοία, μεγαλύτερα και συγχρονότερα. Ίδρυαν εταιρείες, ή κοινοπραξίες, στις οποίες και έδιναν τα ονόματα των περιοχών που εξυπηρετούσαν. Έτσι, σε αυτό το μοτίβο, από τη μεταπολεμική περίοδο και μετά, έχουμε την ίδρυση και ανάπτυξη των ναυτιλιακών εταιρειών - κοινοπραξιών της Σύμης, της Σαμοθράκης, της Τήλου, της Λέσβου, της Κέρκυρας, της Σάμου, της Ρόδου, της Σκύρου κ.οκ.
Οι εργαζόμενοι σε αυτές, ήταν ως επί το πλείστον νησιώτες. Και, τις περισσότερες φορές, περνούσαν τα ιδιαίτερα νησιωτικά ''κουσούρια'' και ταμπεραμέντο τους στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των πλοίων τους. Όμως, το ότι δούλευαν στην ουσία για το καλό εκείνων και του τόπου τους, τους εξωθούσε σε πραγματικά ριψοκίνδυνες προσεγγίσεις λιμανιών και πλοήγηση με δυνατούς ανέμους. Τα νησιά σπάνια έμεναν χωρίς εξυπηρέτηση, κι αυτό οφειλόταν κυρίως στο ότι οι ναυτιλιακές τους εταιρείες, ήταν η ίδια τους η σάρκα.
Κάτι τέτοιο θυμάμαι κι εγώ, ως μικρό παιδί. Είχα την τύχη να "προλάβω" να γεννηθώ στα τελειώματα της εποχής εκείνης, του σχεδόν φεντεραλιστικού χαρακτήρα της ακτοπλοΐας. Η δική μου άσχημη και γεμάτη κουσούρια μούσα, ήταν η ΝΕΛ. Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου, η οποία, ιδρυμένη από μυτιληνιούς κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα, διέθετε έναν απαρχαιωμένο στόλο με τον οποίο κάλυπτε τη Λέσβο, τη Χίο, ενίοτε και τη Λήμνο. Με σύμβολο την Αργώ, στα σκουριασμένα της φουγάρα, και με τα παλαιινά 70s - 80s γράμματα, είχε γραμμένα περήφανα τα ονόματα των πλοίων, παρμένα από τη Λέσβια ιστορία και μυθολογία: Σαπφώ, Αλκαίος, Ταξιάρχης, Θεόφιλος. Η ''ναυαρχίδα'' και καμάρι της, ονομαζόταν Μυτιλήνη. Της ''Σαπφούς'' της κρεμότανε οι σωλήνες από τα ταβάνια, τα οποία ήταν ακάλυπτα. Ο ''Θεόφιλος'' θεωρούνταν σύγχρονος γιατί είχε κλιματισμό.
Το ''Μυτιλήνη'' είχε ανακηρυχθεί το καλύτερο στην Ελλάδα για το 1995. Ήταν το σκαρί με το οποίο, ως παιδί, ταξίδευα γεμάτος χαρά και προσμονή, για τον τόπο καταγωγής μου, για διακοπές με τους γονείς, τον παππού και τη γιαγιά. Ο Λέσβιος χαρακτήρας του ''μύριζε'' από την είσοδο. Κοντοί, στρογγυλοπρόσωποι τα μέλη του πληρώματος. Η ομιλία τους διατηρούσε την ελαφρά παραμόρφωση των "ου" , "ε" , "η". Το "λ" και το "ν" τους είχαν τη χαρακτηριστική λεπτότητα, εκείνη που για να αποκτήσεις πρέπει να εξευγενίσεις βίαια τα ανώτατα κοιλώματα της μύτης σου. Στο γκαράζ, το γιοτ (j) έδινε κι έπαιρνε στο τέλος των λέξεων. Το εσωτερικό, διακοσμημένο με ζωγραφιές του Θεοφίλου, χάρτες του νησιού, ξεθωριασμένα καθίσματα. Η μυρωδιά είχε κάτι από ούζο, κατάφυτους Ελαιώνες και απάνεμους κόλπους. Οι πλοίαρχος ανακοίνωνε και έσπερνε χαμόγελα σε όσους άκουγαν, ίσως και μετά από χρόνια, την προφορά του τόπου τους. Είχε πάντα ακρίβεια Μυτιληνιά: Από τον Πειραιά έφευγε με τουλάχιστον μισή ώρα καθυστέρηση, από τη Μυτιλήνη, με τουλάχιστον μία.
Η ίδια η εταιρεία έπασχε από τα προβλήματα και τις γελοιότητες που πάσχει και το ίδιο το νησί: Εγκατάλειψη, ωχαδερφισμός, άρνηση στις νέες τεχνολογίες και την πρόοδο. Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες έβριζαν που δεν κρατούσε εισιτήρια, δε μπορούσες να τα κλείσεις μέσω τηλεφώνου, δε μπορούσες να τα αλλάξεις χωρίς προσωπική παρουσία στη Μυτιλήνη (!!!).
Κι όμως. Ήταν από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας. Μεγάλος αριθμός καραβιών κι επιβατών, μονοπώλιο στο δεύτερο σε έκταση και τρίτο σε πληθυσμό νησί της χώρας, τη Λέσβο. Ζούσε το δικό της, μπατίρηκο, αξημέρωτο ελληνικό όνειρο. Και εκεί, ξεκίνησε ο κατήφορος.
Βλέποντας τους δείκτες να ανεβαίνουν και έχοντας τη σιγουριά του μονοπωλίου στη Λέσβο, η εταιρεία προχωρά σε αλματώδεις αλλαγές. Απο συνεταιριστική των μυτιληνιών, περνά σε ιδιώτη. ΝΑΥΠΗΓΕΙ ταχύτατα και σύγχρονα σκάφη στη Γαλλία, με σκοπό να ρίξει στο μισό την ώρα μετάβασης στη Λέσβο, που τότε κυμαίνονταν στις 12-13 ώρες.
Το σχέδιο αποτυγχάνει πλήρως, τα πανάκριβα πλοία δεν αποσβαίνουν ποτέ το κόστος τους. Ακολουθούν σπασμωδικές κινήσεις (δρομολόγησή τους στο Ρέθυμνο) που δεν έχουν , φυσικά, κανένα αποτέλεσμα. Η εταιρεία χτυπάει (ηθελημένα;) το ''Θεόφιλο'' σε βράχια και πωλείται, και την τελευταία τουλάχιστον πενταετία φυτοζωεί νοικιάζοντας Κυπριακά σαπιοκάραβα. Το μυτιλήνη δεν πάει πια... στη μυτιλήνη, ο ''ταξιάρχης'' κάνει το Λαύριο - Λήμνος. Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου, δεν πηγαίνει πλέον στη Λέσβο.
Πλέον, ο νεοελληνισμός έχει αλώσει οριστικά και αυτό , το απόρθητο μέχρι πρότινος, κάστρο. Το νησί εξυπηρετείται από το ολοκαίνουριο Blue Star Patmos (τι γκλάμουρους που είμαστε εμείς οι νεοέλληνες!) και από τη Hellenic Seaways, με αμφότερες επιλογές να είναι βάρκες πολυτελείας που τρέμουν στο πρώτο κύμα, εν αντιθέσει με τα κραταιά, ποντοπόρα της ΝΕΛ. Πλέον, στην είσοδο δεν ακούγεται το λεπτό (και βαριεστημένο) καλημέρισμα. Πλέον, ο σερβιτόρος του εστιατορίου δεν αλλάζει βιαστικά τα ρούχα του να πάει να δέσει το καράβι.
Πλέον, ο μπακαλιάρικος, άχρωμος νεοελληνισμός πάει διαδικαστικά (και) εκεί πέρα, σα να έκανε το Αθήνα - Κόρινθος, ή το Κοζάνη - Θεσσαλονίκη. Με ακρίβεια λεπτού σε αφίξεις και αναχωρήσεις. Με καταστήματα φρουφρου κι αρωμάτων στο πολυτελές κατάστρωμα, που σε τίποτα δε θυμίζει τον προορισμό και τις καταβολές του· μία πλακέτα που δηλώνει ότι η ναυπήγηση έγινε στο Busan της Ν. Κορέας το 2012, είναι η μόνη διακόσμηση. Η μυρωδιά του τίποτα πλανάται. Είσαι σε ένα σωρό σίδερα που κινείται προς κάπου. Δεν είσαι "στο πλοίο".
Τελευταίο άνδρο, μεγάλης εμβέλειας, στην Ελλάδα: Κρήτη. Οι Μινωικές γραμμές με το πριγκηπόπουλο στο φουγάρο και η (ημιφαλιρισμένη) ΑΝΕΚ με το χάρτη της Κρήτης, διατηρούν στο ακέραιο το μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό νησί της χώρας, υπό τη σκέπη τους. Με τα μεγαλύτερα και συγχρονότερα σκαριά της χώρας, ο ταξιδιώτης είναι ήδη στον τόπο του, πριν φτάσει σε αυτόν. Ο τσιτακισμός σε καλωσορίζει σε όλες τις πτυχές της επικοινωνίας με το πλήρωμα. Όταν παρκάρεις στο γκαράζ, η απάντηση είναι "Καλά 'σαι!". Στα εστιατόρια σερβίρεται (και) Γαμοπίλαφο με κατσίκα βραστή. Ξεχωρίζεις από την προφορά ποιοι από το πλήρωμα είναι Χανιώτες ή Ηρακλειώτες. Σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, σε κάθε άφιξη / αναχώρηση, βγαίνει φορτηγό - καταψύκτης για να παραλάβει τα κρέατα που μεταφέρουν οι επιβάτες από και προς την πατρίδα. Ο συνεταιριστικός χαρακτήρας έχει απωλεστεί, αλλά ο τοπικός, όχι.
Κατά τ' άλλα, σκέπτομαι και λυπάμαι όσους δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν την πραγματική Ελλάδα, με τους τοπικισμούς, τις ιδιαιτερότητές της, την αληθινή νησιωτική της αύρα. Όσους, σαν προτεστάντες, στοιβάζονται αγχωμένοι σε άχρωμα blue sky και white snow, κοιτώντας τα ρολόγια τους, αδημονώντας να φτάσουν στα 15θήμερα μακροβούτια που θα σπάσουν την αφόρητη ζωή 300 ημερών γραφείου. Έτσι, κάπου κοντά, να πάμε κατά εκατομμύρια. Το πολύ ως τις Κυκλάδες. Τις βουτιές μας, τη νυχτερινή μας ζωή, και πίσω στην ασφαλή αγκαλιά του τσιμέντου. Σκέπτομαι και λυπάμαι τους Χιώτες που δεν οσφρύζονται πια τη μαστίχα, τους Ροδίτες που δε μυρίζουν πια το μέλι, τους Ναξιώτες που δεν αισθάνονται πια το τυρί.
Απ' την άλλη, μην τους κλαίω, είναι Ευρωπαίοι πια. Είναι άχρωμοι, άοσμοι, ακριβείς, ενδεχομένως και πιο ορθολογικοί. Άρα, όλα καλά πάνε.
Κυριακή 4 Μαΐου 2014
Ο αέναα ηλιθιώδης κύκλος της ερωτικής τυχαιότητας.
Τα φαινόμενα - συμπτώματα είναι λίγο πολύ γνωστά. Εντυπωσιασμός, συνεχής ομιλία για εκείνον/εκείνη, ισχυρή επιθυμία παρέας, ακλόνητη (αρχικά) εμπιστοσύνη. Συμβατικά τα εντάσσω υπό την κοινή σκέπη "έρωτας".
Η συνέχεια είναι τρεις κλάδοι. Ο πρώτος είναι της πλήρους σύμπλευσης. Ο δεύτερος είναι της πλήρους άρνησης. Και ο τρίτος, στέκεται κάπου στη μέση, με μία πολύ ισχυρή βασανιστικότητα συνήθως κιόλας.
Στην πρώτη περίπτωση, το μοτίβο είναι τετριμμένο. Ισχυροποίηση - (σεξουαλική) κορύφωση - παρακμή/πτώση. Τον ενθουσιασμό διαδέχεται η ωρίμανση, την ωρίμανση η ανία.
Στη δεύτερη περίπτωση, η ίδια η άρνηση οδηγεί σε άλλους δύο κλάδους· την αποδοχή της κι από τα δύο μέρη, αφενός, και την αποδοχή/επιβολή από το ένα μέλος μόνο αφετέρου. Έχουμε έτσι τις γνωστές παθολογικές καταστάσεις που αχρείαστο είναι να αναλύσουμε.
Στην τρίτη περίπτωση, τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα από όσο θα θέλαμε. Υπάρχουν πολλές εναλλατικές/ προκυπτέες καταστάσεις. Συνήθως έχουμε επίπονες φάσεις όπου αμφότερες πλευρές έχουν να επιδείξουν κάποια κάβλα εκατέρωθεν, αλλά συνήθως ο βαθμός της διαφέρει ποσοτικά και ποιοτικά μεταξύ των μελών, ή έχουμε περιπλοκότατες καταλήξεις, όπου εμπλέκονται τρίτοι παράγοντες, όπως άλλα άτομα, απόσταση, άλλες αντικειμενικές δυσκολίες.
Γιατί αυτή η μικρή εισαγωγή; Για να εισάγω καλύτερα το βασικό ερώτημα που με ταλανίζει καιρό τώρα.
Ποιοι είναι, άραγε, οι μηχανισμοί του έρωτα; Για να προλάβω τους περισσότερους, δεν προτίθεμαι να απαντήσω μέσω αυτής της ανάρτησης, γνωρίζω κιόλας ότι το θέμα απασχολεί το σύνολο των τεχνών σχεδόν, από τότε που αυτές είναι καταγεγγραμμένες. Δεν ανακαλύπτω την Αμερική. Προσπαθώ απλώς να βάλω σε τάξη μερικές σκέψεις, να με βοηθήσω, πρώτα εμένα, να καταλάβω καλύτερα. Και να κάνω και τη φασάρα μου, φυσικά.
Το θέμα προκύπτει συνέχεια στο νου μου, όλο και εντονότερα τον τελευταίο μισό χρόνο, ή και κάτι ακόμα. Είναι γνωστό ότι οι στανταρισμένοι μηχανισμοί του γυμνασίου, παύουν να ισχύουν, δυστυχώς, από μία ηλικία και μετά. Ερωτεύσιμη κοπέλα δεν είναι πια (μόνο) η δις Βυζιά - ερωτεύσιμο αγοράκι δεν είναι πια το πιο εναρμονισμένο με τις προτυπικές απαιτήσεις.
Εδώ είναι που επεισέρχεται το ερώτημα λοιπόν. Τί αντικαθιστά τα πρότυπα του γυμνασίου, που είναι, ας πούμε, τα πρώτα της ερωτικής, στα σπάργανα ακόμη, ζωής ενός ατόμου; Ανά παράγραφο ένα, στοιχηθείτε.
Είναι η υλική υπόσταση (ομορφιά-στυλ) του ατόμου; Κακώς θέτω το πιο δύσκολο ερώτημα πρώτο. Θα έλεγα ότι χωράει πολλή συζήτηση. Το γενικό μοτίβο είναι ότι παίζει κάποιο ρόλο, ορισμένες φορές πολύ ισχυρό, αλλά η σωρεία εξαιρέσεων, δε μου δίνει την απαραίτητη βεβαιότητα. Πόσες φορές δε συζητιέται σε παρέες ένα ζευγάρι για το πόσο δυσανάλογα άσχημο ή όμορφο είναι κάποιο μέλος του; Δε γνωρίζουμε, οι περισσότεροι, αρκετά εκατέρωθεν στερεότυπα σχετικά με το θέμα; ("η όμορφη η γυναίκα παίρνει άσχημο άντρα" , "ο άσχημος άντρας φοβάται τις όμορφες γυναίκες" )
Είναι η πνευματική υπόσταση (ομιλία, μάτια, συμπεριφορά κλπ); Πάλι είμαι διστακτικός. Η οποιαδήποτε -ακόμη και εκτιναγμένη- πνευματική δραστηριότητα δεν εξασφαλίζει την ερωτευσιμότητα, και σε αυτό υπάρχουν πολλά στοιχεία που συγκλίνουν. Πόσοι πνευματικά "άπιαστοι" και "άπιαστες" δεν πέθαναν μόνοι / μόνες, συχνά απογοητευμένοι/ες από την απόρριψη; Δεν έχουμε αρκετά παραδείγματα ανθρώπων που παράγουν συνεχώς τέχνη βασισμένη στην απόρριψη ευαίσθητων και ευφυιών ανθρώπων;
Καταλήγουμε λοιπόν, ότι σε επίπεδο πομπού, δεν αρκεί καμία/κανείς να κατέχει μονόπλευρα ερωτεύσιμα χαρακτηριστικά.
Τι γίνεται όμως σε επίπεδο δέκτη; Πώς επηρεάζεται αυτός στις κρίσεις του;
Αρχικά, σίγουρα πρέπει να εντάξουμε στη χωρία αυτή τα κοινωνικά, μιντιακά και κάθε είδους πρότυπα. Αυτά, υποχθονίως μεταλαμπαδεύονται και υπαγορεύουν σιωπηρά στο δέκτη τί να ψάξει, τί να τονίσει, τί να παραβλέψει. Η κουλτουριάρικη-χίπστερ νομενκλατούρα, προβάλλει ως πρότυπο το σκεπτόμενο μουσάτο, την ευαίσθητη ελαφρά διανοούμενη. Το εμποροβιομηχανικό σύμπλεγμα, προβάλλει ως πρότυπο απολύτως αδύνατα - αποστεωμένα σχεδόν σώματα και βαρβάτους κοιλιακούς μύες, αμφότερα υπό αυστηρή καταναλωτική "επιτήρηση". Το μιντιακό προωθεί τη ζωή ως ένα ανεξάντλητο πάρτυ πλούτου και καλοπέρασης. Και ο δέκτης έτσι συνεπικουρείται στις αποφάσεις του, εμμέσως πάντα, από το ιδιοτελέστατο συμφέρον.
Επιπλέον, εκτός από τα πρότυπα, τεράστιο ρόλο παίζει και το υπόβαθρο του δέκτη. Το πατρικό και μητρικό υπόβαθρο, επηρεάζουν τις επιλογές. Αδιαμφισβήτητα, το πώς έχει μεγαλώσει κανείς, παίζει ρόλο στο τί ερωτεύεται και πώς.
Ακόμη, χρήσιμο θα ήταν να προστεθεί και ο παράγοντας της εκάστοτε συναισθηματικής κατάστασης. Άτομο που έχει βιώσει απόρριψη, είναι πολύ πιθανό να κινηθεί προς έρωτα- αντικαταστάτη (διάσημο ρητό / τσιτάτο "ο έρωτας με έρωτα περνάει" ). Άτομα με μεγάλο διάστημα ερωτικής νηνεμίας είναι πολύ πιθανότερο να μπουν στη φουρτούνα ευκολότερα.
Παράγοντες αποτελούν επίσης η κοινωνική θέση του κάθε μέλους και η αντίληψή του για αυτή (ταξικοί διαχωρισμοί, αν και σπανιότεροι πλέον, υπάρχουν ακόμη στον έρωτα) , η ιδεολογία (no comment), οι κοινές παρέες, τα κοινά γούστα σε τέχνες και γράμματα.
Καταλήγουμε λοιπόν πού; Στην παράδοχη ότι για να ευδοκιμήσει ένας έρωτας πρέπει από άποψη πομπού να υπάρχει ευγενής (και ακαθόριστος!) συνδυασμός ανεπτυγμένης πνευματικής και υλικής υπόστασης, ενώ από πλευρά δέκτη, να είναι αυτή η υπόσταση αποδεκτή μετά από "φιλτράρισμα" από πρότυπα που επιδρούν ασυνείδητα, από υπόβαθρο γονέων, κοινωνικοταξικό υπόβαθρο, αλλά και οι πομπός και δέκτης να βρίσκονται σε κατάλληλη συναισθηματική κατάσταση, έχοντας παράλληλα ένα μίνιμουμ κοινών παρεών, ιδεολογίας και γούστου.
Σε τί εναποθέτουμε λοιπόν τις -όποιες- ελπίδες για απάντηση στο αρχικό ερώτημα, μετά από αυτό τον κυκεώνα προϋποθέσεων και πυθικών χρησμών; Α, αυτό θα το βρείτε εσείς. Εγώ θα βοηθήσω λέγοντας μόνο πως είναι η Τύχη.
Η επόμενη ανάρτηση θα αφορά σοβαρό(τερο) ζήτημα.
Η συνέχεια είναι τρεις κλάδοι. Ο πρώτος είναι της πλήρους σύμπλευσης. Ο δεύτερος είναι της πλήρους άρνησης. Και ο τρίτος, στέκεται κάπου στη μέση, με μία πολύ ισχυρή βασανιστικότητα συνήθως κιόλας.
Στην πρώτη περίπτωση, το μοτίβο είναι τετριμμένο. Ισχυροποίηση - (σεξουαλική) κορύφωση - παρακμή/πτώση. Τον ενθουσιασμό διαδέχεται η ωρίμανση, την ωρίμανση η ανία.
Στη δεύτερη περίπτωση, η ίδια η άρνηση οδηγεί σε άλλους δύο κλάδους· την αποδοχή της κι από τα δύο μέρη, αφενός, και την αποδοχή/επιβολή από το ένα μέλος μόνο αφετέρου. Έχουμε έτσι τις γνωστές παθολογικές καταστάσεις που αχρείαστο είναι να αναλύσουμε.
Στην τρίτη περίπτωση, τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα από όσο θα θέλαμε. Υπάρχουν πολλές εναλλατικές/ προκυπτέες καταστάσεις. Συνήθως έχουμε επίπονες φάσεις όπου αμφότερες πλευρές έχουν να επιδείξουν κάποια κάβλα εκατέρωθεν, αλλά συνήθως ο βαθμός της διαφέρει ποσοτικά και ποιοτικά μεταξύ των μελών, ή έχουμε περιπλοκότατες καταλήξεις, όπου εμπλέκονται τρίτοι παράγοντες, όπως άλλα άτομα, απόσταση, άλλες αντικειμενικές δυσκολίες.
Γιατί αυτή η μικρή εισαγωγή; Για να εισάγω καλύτερα το βασικό ερώτημα που με ταλανίζει καιρό τώρα.
Ποιοι είναι, άραγε, οι μηχανισμοί του έρωτα; Για να προλάβω τους περισσότερους, δεν προτίθεμαι να απαντήσω μέσω αυτής της ανάρτησης, γνωρίζω κιόλας ότι το θέμα απασχολεί το σύνολο των τεχνών σχεδόν, από τότε που αυτές είναι καταγεγγραμμένες. Δεν ανακαλύπτω την Αμερική. Προσπαθώ απλώς να βάλω σε τάξη μερικές σκέψεις, να με βοηθήσω, πρώτα εμένα, να καταλάβω καλύτερα. Και να κάνω και τη φασάρα μου, φυσικά.
Το θέμα προκύπτει συνέχεια στο νου μου, όλο και εντονότερα τον τελευταίο μισό χρόνο, ή και κάτι ακόμα. Είναι γνωστό ότι οι στανταρισμένοι μηχανισμοί του γυμνασίου, παύουν να ισχύουν, δυστυχώς, από μία ηλικία και μετά. Ερωτεύσιμη κοπέλα δεν είναι πια (μόνο) η δις Βυζιά - ερωτεύσιμο αγοράκι δεν είναι πια το πιο εναρμονισμένο με τις προτυπικές απαιτήσεις.
Εδώ είναι που επεισέρχεται το ερώτημα λοιπόν. Τί αντικαθιστά τα πρότυπα του γυμνασίου, που είναι, ας πούμε, τα πρώτα της ερωτικής, στα σπάργανα ακόμη, ζωής ενός ατόμου; Ανά παράγραφο ένα, στοιχηθείτε.
Είναι η υλική υπόσταση (ομορφιά-στυλ) του ατόμου; Κακώς θέτω το πιο δύσκολο ερώτημα πρώτο. Θα έλεγα ότι χωράει πολλή συζήτηση. Το γενικό μοτίβο είναι ότι παίζει κάποιο ρόλο, ορισμένες φορές πολύ ισχυρό, αλλά η σωρεία εξαιρέσεων, δε μου δίνει την απαραίτητη βεβαιότητα. Πόσες φορές δε συζητιέται σε παρέες ένα ζευγάρι για το πόσο δυσανάλογα άσχημο ή όμορφο είναι κάποιο μέλος του; Δε γνωρίζουμε, οι περισσότεροι, αρκετά εκατέρωθεν στερεότυπα σχετικά με το θέμα; ("η όμορφη η γυναίκα παίρνει άσχημο άντρα" , "ο άσχημος άντρας φοβάται τις όμορφες γυναίκες" )
Είναι η πνευματική υπόσταση (ομιλία, μάτια, συμπεριφορά κλπ); Πάλι είμαι διστακτικός. Η οποιαδήποτε -ακόμη και εκτιναγμένη- πνευματική δραστηριότητα δεν εξασφαλίζει την ερωτευσιμότητα, και σε αυτό υπάρχουν πολλά στοιχεία που συγκλίνουν. Πόσοι πνευματικά "άπιαστοι" και "άπιαστες" δεν πέθαναν μόνοι / μόνες, συχνά απογοητευμένοι/ες από την απόρριψη; Δεν έχουμε αρκετά παραδείγματα ανθρώπων που παράγουν συνεχώς τέχνη βασισμένη στην απόρριψη ευαίσθητων και ευφυιών ανθρώπων;
Καταλήγουμε λοιπόν, ότι σε επίπεδο πομπού, δεν αρκεί καμία/κανείς να κατέχει μονόπλευρα ερωτεύσιμα χαρακτηριστικά.
Τι γίνεται όμως σε επίπεδο δέκτη; Πώς επηρεάζεται αυτός στις κρίσεις του;
Αρχικά, σίγουρα πρέπει να εντάξουμε στη χωρία αυτή τα κοινωνικά, μιντιακά και κάθε είδους πρότυπα. Αυτά, υποχθονίως μεταλαμπαδεύονται και υπαγορεύουν σιωπηρά στο δέκτη τί να ψάξει, τί να τονίσει, τί να παραβλέψει. Η κουλτουριάρικη-χίπστερ νομενκλατούρα, προβάλλει ως πρότυπο το σκεπτόμενο μουσάτο, την ευαίσθητη ελαφρά διανοούμενη. Το εμποροβιομηχανικό σύμπλεγμα, προβάλλει ως πρότυπο απολύτως αδύνατα - αποστεωμένα σχεδόν σώματα και βαρβάτους κοιλιακούς μύες, αμφότερα υπό αυστηρή καταναλωτική "επιτήρηση". Το μιντιακό προωθεί τη ζωή ως ένα ανεξάντλητο πάρτυ πλούτου και καλοπέρασης. Και ο δέκτης έτσι συνεπικουρείται στις αποφάσεις του, εμμέσως πάντα, από το ιδιοτελέστατο συμφέρον.
Επιπλέον, εκτός από τα πρότυπα, τεράστιο ρόλο παίζει και το υπόβαθρο του δέκτη. Το πατρικό και μητρικό υπόβαθρο, επηρεάζουν τις επιλογές. Αδιαμφισβήτητα, το πώς έχει μεγαλώσει κανείς, παίζει ρόλο στο τί ερωτεύεται και πώς.
Ακόμη, χρήσιμο θα ήταν να προστεθεί και ο παράγοντας της εκάστοτε συναισθηματικής κατάστασης. Άτομο που έχει βιώσει απόρριψη, είναι πολύ πιθανό να κινηθεί προς έρωτα- αντικαταστάτη (διάσημο ρητό / τσιτάτο "ο έρωτας με έρωτα περνάει" ). Άτομα με μεγάλο διάστημα ερωτικής νηνεμίας είναι πολύ πιθανότερο να μπουν στη φουρτούνα ευκολότερα.
Παράγοντες αποτελούν επίσης η κοινωνική θέση του κάθε μέλους και η αντίληψή του για αυτή (ταξικοί διαχωρισμοί, αν και σπανιότεροι πλέον, υπάρχουν ακόμη στον έρωτα) , η ιδεολογία (no comment), οι κοινές παρέες, τα κοινά γούστα σε τέχνες και γράμματα.
Καταλήγουμε λοιπόν πού; Στην παράδοχη ότι για να ευδοκιμήσει ένας έρωτας πρέπει από άποψη πομπού να υπάρχει ευγενής (και ακαθόριστος!) συνδυασμός ανεπτυγμένης πνευματικής και υλικής υπόστασης, ενώ από πλευρά δέκτη, να είναι αυτή η υπόσταση αποδεκτή μετά από "φιλτράρισμα" από πρότυπα που επιδρούν ασυνείδητα, από υπόβαθρο γονέων, κοινωνικοταξικό υπόβαθρο, αλλά και οι πομπός και δέκτης να βρίσκονται σε κατάλληλη συναισθηματική κατάσταση, έχοντας παράλληλα ένα μίνιμουμ κοινών παρεών, ιδεολογίας και γούστου.
Σε τί εναποθέτουμε λοιπόν τις -όποιες- ελπίδες για απάντηση στο αρχικό ερώτημα, μετά από αυτό τον κυκεώνα προϋποθέσεων και πυθικών χρησμών; Α, αυτό θα το βρείτε εσείς. Εγώ θα βοηθήσω λέγοντας μόνο πως είναι η Τύχη.
Η επόμενη ανάρτηση θα αφορά σοβαρό(τερο) ζήτημα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)