Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Ενιαύσια Αδολεσχία

Η νύχτα έριχνε βαριά τη σκιά της στον τσιμεντόκαμπο. Ούτε θρόισμα δεν έσπαγε την εκκωφαντική νυκτερινή σιωπή. Η ήπια συννεφιά έδινε ελάχιστους γκρι τόνους κατά καιρούς. Μύριζε προϊόν καύσης και σαββατιάτικη ραστώνη.

Ο Τζων-Τζων κοίταξε με θρασεία γαλήνη την πόλη να κοιμάται - όλη; Ίσως όχι. Κάποια κλαρίνα αντιστέκονταν ακόμη, κλεισμένα στους θλιβερούς και φασαριόζικους διασκεδαστικούς κλωβούς τους. Αυτό τους είχε επιτακτικά υπαγορευθεί από τα γεννοφάσκια τους· αδηφάγα κατανάλωση. Τροφής, Ρουχισμού, Τέχνης, Εμπειριών, Προσώπων.

Όμως ο Τζων-Τζων δε μπορούσε να κάνει τίποτε γι' αυτό. Ήταν όλοι χαμένοι. Όπως κι εκείνος. Πήρε μια γενναία, τελευταία ρουφηξιά από το φθηνό του τσιγάρο, στη συνέχεια το πέταξε. Το μόνο που του έμενε, ήταν να ξαπλώσει τ' ανάσκελα και να δει ό,τι του επέτρεπε η φωτορρύπανση και τα σύννεφα από άστρα.

Μπορούσε επιτέλους να αφοσιωθεί στην κατανάλωση κι εκείνος. Ζευγάρια μάτια, ανατολές, πολλές ανατολές. Σάρκα, ζωή και κόσμο. Έρωτα, άνοιξη και γιασεμί.

Κι ο μικρός μας ήρωας ξύπνησε. Ήταν περίπου 6 το πρωί - στα αριστερά του ο πορτοκαλής δίσκος, στα δεξιά του το μπλε. Η απόσταση που τον χώριζε από την επιβλητική, μακρόστενη λωρίδα γης του ορίζοντα, δεν ήταν ισχυρότερη του πεπερασμένου των αισθήσεών του. Το δευτερόλεπτο της ελευθερίας του, το είχε κερδίσει με το σπαθί του.