Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Ελληνική Ιδιαιτερότητα κι Ακτοπλοΐα

   Η Ελλάδα υπήρξε από την προϊστορία μια περιοχή πολύ ιδιαίτερη.
  Το πολύ ιδιόμορφο νησιωτικό ανάγλυφό του ελλαδικού χώρου, και ιδιαιτέρως του Αιγαιακού, συνέδραμε τα μέγιστα ώστε να έχουμε τη γνωστή άνθιση του εμπορίου από την αρχαιότητα, και των πολιτισμών που ήκμασαν στην περιοχή.
   Οι ίδιοι ναυτικοί δρόμοι που διασχίζονταν από τις τριήρεις στην αρχαιότητα, τα χελάνδια το μεσαίωνα, τις κάρακες την αναγέννηση, είναι οι δρόμοι που σήμερα η ελληνική ακτοπλοΐα χρησιμοποιεί για να συνδέσει την ηπειρωτική χώρα με τη νησιωτική.
   Από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους, το μοτίβο της διαδικασίας, ήταν πολύ απλό. Οι εκάστοτε νησιώτες φρόντιζαν να υπάρχει σύνδεση της πατρίδας τους με τη χώρα. Αναλάμβαναν τα πάντα και αποκόμιζαν τα όποια κέρδη από τις μεταφορές. Όταν οι δουλειές πήγαιναν καλά, αγόραζαν και άλλα πλοία, μεγαλύτερα και συγχρονότερα. Ίδρυαν εταιρείες, ή κοινοπραξίες, στις οποίες και έδιναν τα ονόματα των περιοχών που εξυπηρετούσαν. Έτσι, σε αυτό το μοτίβο, από τη μεταπολεμική περίοδο και μετά, έχουμε την ίδρυση και ανάπτυξη των ναυτιλιακών εταιρειών - κοινοπραξιών της Σύμης, της Σαμοθράκης, της Τήλου, της Λέσβου, της Κέρκυρας, της Σάμου, της Ρόδου, της Σκύρου κ.οκ.
  Οι εργαζόμενοι σε αυτές, ήταν ως επί το πλείστον νησιώτες. Και, τις περισσότερες φορές, περνούσαν τα ιδιαίτερα νησιωτικά ''κουσούρια'' και ταμπεραμέντο τους στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των πλοίων τους. Όμως, το ότι δούλευαν στην ουσία για το καλό εκείνων και του τόπου τους, τους εξωθούσε σε πραγματικά ριψοκίνδυνες προσεγγίσεις λιμανιών και πλοήγηση με δυνατούς ανέμους. Τα νησιά σπάνια έμεναν χωρίς εξυπηρέτηση, κι αυτό οφειλόταν κυρίως στο ότι οι ναυτιλιακές τους εταιρείες, ήταν η ίδια τους η σάρκα.
  Κάτι τέτοιο θυμάμαι κι εγώ, ως μικρό παιδί. Είχα την τύχη να "προλάβω" να γεννηθώ στα τελειώματα της εποχής εκείνης, του σχεδόν φεντεραλιστικού χαρακτήρα της ακτοπλοΐας. Η δική μου άσχημη και γεμάτη κουσούρια μούσα, ήταν η ΝΕΛ. Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου, η οποία, ιδρυμένη από μυτιληνιούς κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα, διέθετε έναν απαρχαιωμένο στόλο με τον οποίο κάλυπτε τη Λέσβο, τη Χίο, ενίοτε και τη Λήμνο. Με σύμβολο την Αργώ, στα σκουριασμένα της φουγάρα, και με τα παλαιινά 70s - 80s γράμματα, είχε γραμμένα περήφανα τα ονόματα των πλοίων, παρμένα από τη Λέσβια ιστορία και μυθολογία: Σαπφώ, Αλκαίος, Ταξιάρχης, Θεόφιλος. Η ''ναυαρχίδα'' και καμάρι της, ονομαζόταν Μυτιλήνη. Της ''Σαπφούς'' της κρεμότανε οι σωλήνες από τα ταβάνια, τα οποία ήταν ακάλυπτα. Ο ''Θεόφιλος'' θεωρούνταν σύγχρονος γιατί είχε κλιματισμό.
   Το ''Μυτιλήνη'' είχε ανακηρυχθεί το καλύτερο στην Ελλάδα για το 1995. Ήταν το σκαρί με το οποίο, ως παιδί, ταξίδευα γεμάτος χαρά και προσμονή, για τον τόπο καταγωγής μου, για διακοπές με τους γονείς, τον παππού και τη γιαγιά. Ο Λέσβιος χαρακτήρας του ''μύριζε'' από την είσοδο. Κοντοί, στρογγυλοπρόσωποι τα μέλη του πληρώματος. Η ομιλία τους διατηρούσε την ελαφρά παραμόρφωση των "ου" , "ε" , "η". Το "λ" και το "ν" τους είχαν τη χαρακτηριστική λεπτότητα, εκείνη που για να αποκτήσεις πρέπει να εξευγενίσεις βίαια τα ανώτατα κοιλώματα της μύτης σου. Στο γκαράζ, το γιοτ (j) έδινε κι έπαιρνε στο τέλος των λέξεων. Το εσωτερικό, διακοσμημένο με ζωγραφιές του Θεοφίλου, χάρτες του νησιού, ξεθωριασμένα καθίσματα. Η μυρωδιά είχε κάτι από ούζο, κατάφυτους Ελαιώνες και απάνεμους κόλπους. Οι πλοίαρχος ανακοίνωνε και έσπερνε χαμόγελα σε όσους άκουγαν, ίσως και μετά από χρόνια, την προφορά του τόπου τους. Είχε πάντα ακρίβεια Μυτιληνιά: Από τον Πειραιά έφευγε με τουλάχιστον μισή ώρα καθυστέρηση, από τη Μυτιλήνη, με τουλάχιστον μία.
  Η ίδια η εταιρεία έπασχε από τα προβλήματα και τις γελοιότητες που πάσχει και το ίδιο το νησί: Εγκατάλειψη, ωχαδερφισμός, άρνηση στις νέες τεχνολογίες και την πρόοδο. Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες έβριζαν που δεν κρατούσε εισιτήρια, δε μπορούσες να τα κλείσεις μέσω τηλεφώνου, δε μπορούσες να τα αλλάξεις χωρίς προσωπική παρουσία στη Μυτιλήνη (!!!).
  Κι όμως. Ήταν από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας. Μεγάλος αριθμός καραβιών κι επιβατών, μονοπώλιο στο δεύτερο σε έκταση και τρίτο σε πληθυσμό νησί της χώρας, τη Λέσβο. Ζούσε το δικό της, μπατίρηκο, αξημέρωτο ελληνικό όνειρο. Και εκεί, ξεκίνησε ο κατήφορος.
  Βλέποντας τους δείκτες να ανεβαίνουν και έχοντας τη σιγουριά του μονοπωλίου στη Λέσβο, η εταιρεία προχωρά σε αλματώδεις αλλαγές. Απο συνεταιριστική των μυτιληνιών, περνά σε ιδιώτη. ΝΑΥΠΗΓΕΙ ταχύτατα και σύγχρονα σκάφη στη Γαλλία, με σκοπό να ρίξει στο μισό την ώρα μετάβασης στη Λέσβο, που τότε κυμαίνονταν στις 12-13 ώρες.
  Το σχέδιο αποτυγχάνει πλήρως, τα πανάκριβα πλοία δεν αποσβαίνουν ποτέ το κόστος τους. Ακολουθούν σπασμωδικές κινήσεις (δρομολόγησή τους στο Ρέθυμνο) που δεν έχουν , φυσικά, κανένα αποτέλεσμα. Η εταιρεία χτυπάει (ηθελημένα;) το ''Θεόφιλο'' σε βράχια και πωλείται, και την τελευταία τουλάχιστον πενταετία φυτοζωεί νοικιάζοντας Κυπριακά σαπιοκάραβα. Το μυτιλήνη δεν πάει πια... στη μυτιλήνη, ο ''ταξιάρχης'' κάνει το Λαύριο - Λήμνος. Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου, δεν πηγαίνει πλέον στη Λέσβο.
  Πλέον, ο νεοελληνισμός έχει αλώσει οριστικά και αυτό , το απόρθητο μέχρι πρότινος, κάστρο. Το νησί εξυπηρετείται από το ολοκαίνουριο Blue Star Patmos (τι γκλάμουρους που είμαστε εμείς οι νεοέλληνες!) και από τη Hellenic Seaways, με αμφότερες επιλογές να είναι βάρκες πολυτελείας που τρέμουν στο πρώτο κύμα, εν αντιθέσει με τα κραταιά, ποντοπόρα της ΝΕΛ. Πλέον, στην είσοδο δεν ακούγεται το λεπτό (και βαριεστημένο) καλημέρισμα. Πλέον, ο σερβιτόρος του εστιατορίου δεν αλλάζει βιαστικά τα ρούχα του να πάει να δέσει το καράβι.
  Πλέον, ο μπακαλιάρικος, άχρωμος νεοελληνισμός πάει διαδικαστικά (και) εκεί πέρα, σα να έκανε το Αθήνα - Κόρινθος, ή το Κοζάνη - Θεσσαλονίκη. Με ακρίβεια λεπτού σε αφίξεις και αναχωρήσεις. Με καταστήματα φρουφρου κι αρωμάτων στο πολυτελές κατάστρωμα, που σε τίποτα δε θυμίζει τον προορισμό και τις καταβολές του· μία πλακέτα που δηλώνει ότι η ναυπήγηση έγινε στο Busan της Ν. Κορέας το 2012, είναι η μόνη διακόσμηση. Η μυρωδιά του τίποτα πλανάται. Είσαι σε ένα σωρό σίδερα που κινείται προς κάπου. Δεν είσαι "στο πλοίο".

  Τελευταίο άνδρο, μεγάλης εμβέλειας, στην Ελλάδα: Κρήτη. Οι Μινωικές γραμμές με το πριγκηπόπουλο στο φουγάρο και η (ημιφαλιρισμένη) ΑΝΕΚ με το χάρτη της Κρήτης, διατηρούν στο ακέραιο το μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό νησί της χώρας, υπό τη σκέπη τους. Με τα μεγαλύτερα και συγχρονότερα σκαριά της χώρας, ο ταξιδιώτης είναι ήδη στον τόπο του, πριν φτάσει σε αυτόν. Ο τσιτακισμός σε καλωσορίζει σε όλες τις πτυχές της επικοινωνίας με το πλήρωμα. Όταν παρκάρεις στο γκαράζ, η απάντηση είναι "Καλά 'σαι!". Στα εστιατόρια σερβίρεται (και) Γαμοπίλαφο με κατσίκα βραστή. Ξεχωρίζεις από την προφορά ποιοι από το πλήρωμα είναι Χανιώτες ή Ηρακλειώτες. Σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, σε κάθε άφιξη / αναχώρηση, βγαίνει φορτηγό - καταψύκτης για να παραλάβει τα κρέατα που μεταφέρουν οι επιβάτες από και προς την πατρίδα. Ο συνεταιριστικός χαρακτήρας έχει απωλεστεί, αλλά ο τοπικός, όχι.


 Κατά τ' άλλα, σκέπτομαι και λυπάμαι όσους δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν την πραγματική Ελλάδα, με τους τοπικισμούς, τις ιδιαιτερότητές της, την αληθινή νησιωτική της αύρα. Όσους, σαν προτεστάντες, στοιβάζονται αγχωμένοι σε άχρωμα blue sky και white snow, κοιτώντας τα ρολόγια τους, αδημονώντας να φτάσουν στα 15θήμερα μακροβούτια που θα σπάσουν την αφόρητη ζωή 300 ημερών γραφείου. Έτσι, κάπου κοντά, να πάμε κατά εκατομμύρια. Το πολύ ως τις Κυκλάδες. Τις βουτιές μας, τη νυχτερινή μας ζωή, και πίσω στην ασφαλή αγκαλιά του τσιμέντου. Σκέπτομαι και λυπάμαι τους Χιώτες που δεν οσφρύζονται πια τη μαστίχα, τους Ροδίτες που δε μυρίζουν πια το μέλι, τους Ναξιώτες που δεν αισθάνονται πια το τυρί.

 Απ' την άλλη, μην τους κλαίω, είναι Ευρωπαίοι πια. Είναι άχρωμοι, άοσμοι, ακριβείς, ενδεχομένως και πιο ορθολογικοί. Άρα, όλα καλά πάνε.