Από μικρός είχα μία περίεργη αντίληψη του κόσμου.
Οι γονείς μου έχουν να λένε ιστορίες για τα μη συνειδητά μου χρόνια. Υποστηρίζουν πως είχα μία αλλόκοτη τάση και ροπή προς τις μυρωδιές και τα χρώματα, πολλές φορές στα όρια του περίεργου. Δεν άγγιζα τα πολύχρωμα παιχνίδια που μου δώριζαν, αλλά λάτρευα να ανοίγω τα σκουπίδια και να βλέπω τα χρώματα. Το πράσινο της φλούδας του μήλου. Το κόκκινο από την τριμμένη τομάτα. Το μωβ του πεταμένου κρέατος. Άνοιγα τα αποσμητικά χώρου, τα καθαριστικά και τα αρώματα, πετώντας ανεξήγητα ή κρύβοντας κάποια. Οι αισθήσεις της αφής και της όρασης, ήταν μόνο σύμφωνες με ένα νήπιο.
Περνώντας στην εποχή του συνειδητού, έχω να θυμηθώ πράγματα ο ίδιος. Τις μέρες της εβδομάδας τις χρωμάτιζα στο νου μου όταν τις σκεφτόμουν. Κάποιες μελωδίες είχαν επιρροή στα χρώματα με τα οποία σκεφτόμουν τον κόσμο. Και η χειρότερη σύνδεση, ήταν αυτή της όσφρυσης με τους χρωματισμούς που περιδιάβαιναν στο κεφάλι μου. Η μυρωδιά του θεάτρου σκιών μου έφερνε στο νου το μωβ της μοκέτας. Η μυρωδιά συγκεκριμένων περιοχών μου έφερνε στο νου το εκάστοτε χρώμα των πολυκατοικιών τους. Συνέδεα ανθρώπους και γεγονότα με οσφρύσεις. Η ναφθαλίνη ήταν ο ένας παππούς, ο καπνός του τσιγάρου ο μπαμπάς, ο καπνός του τζακιού ο άλλος παππούς, η καμμένη ζάχαρη, πανηγύρι στην επαρχία.
Όλα αυτά τα ωραία και περίεργα, παρέμεναν καταχωνιασμένα στο νου μου καθ' όλη τη διάρκεια της εφηβείας. Δεν τα είχα υπόψη μου. Η ζωή μου ως έφηβος, ήταν εντελώς φυσιολογική από αισθαντικής άποψης. Μόνο κουσούρι, η απέχθεια στα έντονα τεχνητά αρώματα, όπως αυτό των περισσοτέρων αφρολούτρων, και η -λίγο αστεία- συνήθεια να μυρίζω οτιδήποτε σα σκύλος πριν το φάω. Τα χρώματα, οι ήχοι, οι μυρωδιές, σταμάτησαν να μπλέκονται. Τα χρόνια αυτά πέρασαν στο άψε-σβήσε. Γυμνάσιο - Λύκειο - Πανελλήνιες, κύλησαν δίχως (πολύ) έντονες αναμνήσεις. Η ζωή εκτυλισσόταν πρόχειρα και βάναυσα, σε αδρές, χορταστικές ποσότητες.
Μέχρι που έπεσε, πριν λίγες μέρες, στα χέρια μου, ένα ξενόγλωσσο οτινάναι σάητ, που αναφερόταν στην πάθηση (sic) της συναισθησίας. Η αναφορές ταίριαζαν γάντι. Ο συναισθητικός κατακλύζεται από αλληλουχίες αισθήσεων από ένα και μόνο ερέθισμα, που συνήθως αφορά μία αίσθηση. Έτσι, τα χρώματα αναπαριστούν μέρες, οι νότες χρώματα και μυρωδιές, οι μυρωδιές όψεις και, όλα αυτά, τούμπαλιν.
Πήρα καινούριο και ισχυρό κινητό. Βρήκα πως υπήρχε τρόπος να παίξω με εξομοίωση σύγχρονα παιχνίδια από φορητές κονσόλες.
Έβαλα λοιπόν, βαρεμάρα ατόμου που δεν έχει εξεταστική το Σεπτέμβρη γαρ, δύο παιχνίδια Pokemon (ναι). Το πρώτο, εντελώς σύγχρονο, καμία σχέση με αυτά που έπαιζα μικρός, η σειρά έχει χάσει το πνεύμα, κλπκλπ, το βαρέθηκα σύντομα.
Το δεύτερο λεγόταν soul silver. Μου κίνησε την περιέργεια ο τίτλος, δεδομένου ότι στην παραπάνω αναφερθείσα ευαίσθητη ηλικία, έπαιζα ένα που λεγόταν silver σκέτο. Το επέλεξα. Πάτησα launch.
Ξεκίνησα να παίζω.
Ήταν το μεγαλύτερο σοκ των τελευταίων ετών. Επρόκειτο για μία απολύτως προσεγμένη και ευπαρουσίαστη έκδοση του γνωστού σε μένα παιχνιδιού, κατά τα έτη 2000-03. Τα πάντα μέσα του ήταν εκσυγχρονισμένα, αλλά ο πυρήνας της ιστορίας, παρέμενε εντελώς ανέγγιχτος. Η μουσική είχε αλλοιωθεί σε σημείο που δεν προκαλούσε νοσταλγία. Καθ' όλη τη διάρκεια του παιχνδιού, είχα έναν καημό: Χάθηκε να κρατούσαν την παλιά; Γιατί κράτησαν τον πυρήνα κι άλλαξαν τη δεύτερη φωνή; Γιατί το έκαναν πολυφωνικό και μοντέρνο; Ήταν όμως όλα όπως τα θυμόμουν, όπως τα έκανα το 2001, αλλά είχαν τη σημερινή χροιά.
Από τη χαρά μου που έβρισκα ένα προσεγμένο remake των παλιών, τέλειωσα όλη την υπόθεση μέσα σε 2-3 μέρες. Έως ότου, σε ένα τυχαίο κτήριο στο παιχνίδι, ένας ''τύπος'' μου ''έδωσε'' ένα εργαλείο, ως ''επιβράβευση'' για την αποπεράτωση του σκοπού ''μου'':
Πρόκειται για την ορίτζιναλ, την αυθεντική μουσική, την ευχάριστη γιαπωνέζικη μελωδιούλα της προ δεκαπενταετίας τεχνολογικής ακμής.
Αίφνης, ο νους μου σταμάτησε. Κοίταξα το κενό για λίγο, έως να καταλάβω τί συνέβαινε. Και τότε, όλα βγήκαν στο φως. Το μπλε γκεημ μποϊ, με το κόκκινο φωτάκι για τη μπαταρία. Τα μικρά μου χεράκια. Οι γονείς μου νέοι. Βόλτες στη μηχανή του παππού μου, με μυρωδιά θυμαριού και παγωμένο βουνίσιο αέρα στα αυτιά και τη μύτη. Ξύσιμο μολυβιού στη Β' δημοτικού. Γιουβαρλάκια στους αμπελόκηπους. Παιχνίδι από το πρωί ως το βράδι στα σοκάκια του πλωμαρίου. Εγώ παραγαμπράκι στο γάμο του θείου μου. Εγώ να ψάχνω καπάκια από μπύρα για να τα χαρίσω στον έρωτα εκείνης της βραδιάς γλεντιού με λύρα και βραστό κρέας. Βραστό κρέας. Οκτωβριανή βροχή. Ο πρώτος μας υπολογιστής. Τα windows xp. Με τον άλλο παππού στην εκκλησία. Στο γραφείο του θείου Φρίξου. Το παλιό μας γκολφάκι. Η πρώτη λέξη του Μάνου. Το Ε/Γ Ο/Γ Νίκος Καζαντζάκης. Ποδόσφαιρο στο ολοήμερο σχολείο - όλη μέρα λάσκα. Το σπιτάκι του νονού μου, μία λευκή προσφυγική μονοκατοικία με κήπο, ανάμεσα στις πολυκατοικίες της Καλλιθέας. Ο ίδιος ο νονός μου, νεός κι αυτός, με ένα λαούτο στο χέρι.
Δάκρυα, πολλά δάκρυα στα μάτια. Και οργή, ανείπωτη οργή, που τα έχω όλα αυτά σε υπερθετικό βαθμό, αλλά τίποτα πια δε στέκεται, μα η ζωή περνάει σα σίφουνας και δίχως να αγγίξει. Πλέον έχω κινητό με φωτιζόμενη οθόνη, οδηγώ ο ίδιος, δε χρειάζεται να με πάνε άλλοι βόλτα, ούτε να μου μαγειρέψουν, ενώ αντί να στριμωχνόμαστε σε γκολφ, αράζουμε σε ένα τζιπ. Δε χρειάζεται να ξύνω μολύβια, έχω στιλό. Τα γλέντια είναι πολλαπλάσια. Οι έρωτες επίσης. Ο υπολογιστής μου είναι πανίσχυρος και έχει το συγχρονότερο λειτουργικό. Ο μάνος κάνει όποια συζήτηση θελήσεις. Τα καινούρια πλοία είναι ομορφότερα και ταχύτερα.
Αυτά που λείπουν, δε μπορούσα να τα βρω. Για τρεις ημέρες, δε βγήκα από το σπίτι, δεν είχα όρεξη να φάω, κοιμόμουν ξημερώματα και ξύπναγα μεσημέρι. Άκουγα σα μουρλός τη μουσικούλα και θυμόμουν και αναπολούσα, κι έλεγα τί πήγε στραβά, και δε χαράζονται πια όλα ανεξίτηλα στο πετσί μου. Το κωλοπαίχνιδο είχε χτυπήσει την πιο καίρια συναισθητική μου χορδή, και όλο μου το ψυχικό είναι παλλόταν στους ρυθμούς του.
Ώσπου, άρχισα να το συνηθίζω. Οι παππούδες και οι γέροι θείοι, όσο γαμάτοι κι αν είναι, είναι φτιαγμένοι για να πεθάνουν, να διαλυθούν μια για πάντα, αφού πρώτα όμως σε έχουν γεμίσει εφόδια. Μνήμες, εμπειρίες, νουθεσίες που θα σε συνοδεύουν μία ζωή. Έπειτα, κατάλαβα. Μάλλον ο παιδικός νους είναι επίσης φτιαγμένος ώστε να εκλαμβάνει τα πάντα θετικά. Πάντα υπάρχουν δυσάρεστες στιγμές, σκοτούρες. Αλλά ο παιδικός νους, φιλτράρει τα καλύτερα, και τα κάνει βιώματα. Η νεότητα παρέρχεται ασταμάτητα και ανεπιστρεπτί. Ο νονός και οι γονείς μου, στις μνήμες μου, δεν είναι πάνω από 10 χρόνια μεγαλύτεροι από την τωρινή μου ηλικία.
Κατέληξα λοιπόν πως όλα στη ζωή είναι. Αν δεν τα αφομοιώσεις, δε ζεις, παρά κάτι πλαστό. Κι αφού το έμαθα αυτό το τόσο σημαντικό μάθημα από τα 19 μου, ανέκαμψα αυθημερόν, το παιχνιδάκι έφαγε delete, τα δάκρυα στέρεψαν. Επανήλθα στην ανάγνωση πολύ ενδιαφερόντων βιβλίων περί της επιστήμης μου, που τόσο αγαπώ και θέλω να κατακτήσω.
Η συναισθησία θα παραμείνει ως έχει. Θα είναι εκεί να μου θυμίζει αραιά και πού, όποτε της δίνεται τυχαία η ευκαιρία, πως από τους αγαπημένους μου εκλιπόντες, έλαβα τόση σοφία, σύνεση, ευτυχία και πολυδιάσταση χαρακτήρα, που η συνεισφορά τους φτάνει να ζήσουν δυο και τρεις φορές. Και να μου υπενθυμίζει όσους έχασαν την ορμή της νιότης τους, εφοδιάζοντάς με το θάρρος να μην πάψω να ενδιαφέρομαι για όλους και όλα, να μπαίνω κριτικά στο πετσί των πραγμάτων, να μη φοβάμαι να δείξω ποιος είμαι, τί θέλω, τί επιδιώκω και τί ονειρεύομαι, χωρίς την ανασφάλεια, τη μιζέρια και τα προσωπεία του σύγχρονου οχετού.