Η υπόθεση ήταν αρκετά μπλεγμένη. Ήταν βέβαια ολοφάνερο πως ο εντελώς αναποτελεσματικός δρόμος των προηγούμενων κυβερνήσεων, δεν είχε καμία ελπίδα επιτυχίας. Φοροεπιδρομές και εντελώς απάνθρωπες περικοπές σε όλα τα μήκη και πλάτη του δημοσίου τομέα, για να επιτευχθούν δημοσιονομικοί στόχοι που άνθρωποι με στοιχειώδεις γνώσεις μακροοικονομικών, θεωρούσαν ανέφικτους. Επιτείνοντας την ύφεση με αυτούς τους τρόπους ("υφεσιακά μέτρα"), το χρέος, ως λόγος χρέους προς ΑΕΠ, καθίσταται όλο και πιο "μη βιώσιμο". Ο λόγος που γινόταν αυτό, ήταν κοινό μυστικό: Υπήρχε δισταγμός να θιγούν συγκεκριμένες ομάδες που ευνοήθηκαν από τον πρώην δικομματισμό. Υπήρχε μεγαλύτερος δισταγμός μη και αποκαλυφθούν τα όργια - τερατουργήματα που 40 χρόνια Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας είχαν φέρει (μαζί και με αρκετά θετικά - μην είμαστε αφοριστικοί) στο δημόσιο τομέα.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό απόλυτης κοινωνικής διάλυσης και εξαθλίωσης των ασθενέστερων στρωμάτων, για χάρη μίας κάστας διαπλεκόμενων προνομιούχων, η επιλογή ΣΥΡΙΖΑ φάνταζε μονόδρομος. Και γιατί όχι; Το κόμμα είχε (και ίσως έχει) κάποια χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν πολύ από τα υπόλοιπα.
Δεν είχε διαπλεκόμενα συμφέροντα ύποπτων χορηγιών.
Δεν συμμετείχε στο λεγόμενο "τρίγωνο διαπλοκής" κατασκευαστικών - ιδιοκτητών ΜΜΕ - πολιτικής ηγεσίας.
Δεν είχε ορίσει ευνοούμενούς του σε συγκεκριμένα πεδία που οι προηγούμενοι είχαν ιδιοτύπως κρατικοποιήσει.
Επομένως, θα μπορούσε να κάνει, από την πρώτη κιόλας μέρα της (δύσκολης) διακυβέρνησης, ένα πραγματικά ριζοσπαστικό πρόγραμμα, υπέρ της κοινωνικής συνοχής: Πλήρη απελευθέρωση προσοδοθηρικών επαγγελμάτων, πάταξη γραφειοκρατίας και διαφθοράς στο στενό δημόσιο, αναδιοργάνωση και ανακατανομή των εργαζομένων του σε ένα πολύ αποδοτικότερο σχήμα που θα προσδίδει μεγαλύτερη αξία στη δουλειά τους, πραγματική είσπραξη των φόρων, αντί αύξησης των συντελεστών τους, καταστολή λαθρεμπορίου και περικοπές στα ρετιρέ των συντάξεων και μισθών, με -γιατί όχι- θέσπιση εθνικού ανώτατου συνταξιοδοτικού πλαφόν, λ.χ. στα 1500 ευρώ.
Στον αντίποδα, θα μπορούσε να εξασφαλίσει γι' αυτή τη γενναία εξοικονόμηση όλων αυτών των μέτρων, τα δύο πράγματα που χρειάζεται η ελληνική οικονομία για να πάρει μπρος:
1) Σημαντικότερο: Ένα γενναίο επενδυτικό πακέτο με σφραγίδα Ε.Ε., εν είδει new deal, με δημιουργία υποδομών (και άρα θέσεων εργασίας) σε πληθώρα τομέων της οικονομίας με υψηλή προστιθέμενη αξία, ώστε έπειτα, ο ιδιωτικός τομέας να την εκμεταλλευτεί.
2) Λιγότερο Σημαντικό: Επιμήκυνση αποπληρωμής χρέους, ώστε να "απλωθούν" οι πληρωμές στο χρόνο, και τα πρωτογενή πλεονάσματα να μπορούν να τις καλύψουν δίχως να προσφεύγει η χώρα στον "εφιάλτη των μνημονίων".
Αυτό, θα ήταν το best case scenario, και προϋπέθετε μία ικανή και ριζοσπαστικά αποφασισμένη ελληνική Κυβέρνηση από τη μία, ενώ από την άλλη ορθολογικά σκεπτόμενους και δρώντες Δανειστές.
Δυστυχώς, τίποτα από τα δύο δε συνέβη.
Η ελληνική Κυβέρνηση, πριν λάβει αυτή τη θέση, έβγαλε ένα από τα πιο άρρωστα παροχολογικά προεκλογικά προγράμματα, βγαλμένο απευθείας από τα μέσα των νάηντιζ. Εξαιρώντας δηλαδή το πρόγραμμα για την "ανθρωπιστική κρίση" και την επιστροφή μερικών ευρώ στους χαμηλοσυνταξιούχους, επρόκειτο για μία καθαρά δημαγωγική προσπάθεια, που κατ' εμέ ήταν το πιο απογοητευτικό σημείο αναφοράς για ένα κόμμα που είχε επιδείξει πολύ καλά σημάδια ως τότε. Κι όταν έγινε τελικά κυβέρνηση, καμία από τις -αναίμακτες για την κοινωνική πλειοψηφία των φτωχότερων στρωμάτων- μεταρρυθμίσεις δεν αναφέρθηκε.
Απεναντίας, η διαπραγμάτευση ήταν μια απόπειρα να σωθούν προνόμια. Αυτό και τίποτα άλλο. Η αριστερά, που αποζητούσε με αληθινή δίψα να ορίζει τις εξελίξεις, βρέθηκε να ορίζεται από ένα κατεστημένο δημιουργημένο πολύ πριν. Η αρχική τόλμη πήγε περίπατο, και η διαπραγματευτική ομάδα έχασε σύντομα τη μπάλα ολοσδιούλου, βρισκόμενη στη θέση να ξανασυζητά ό,τι και οι προηγούμενες: Συντελεστές ΦΠΑ και περικοπή συνηθισμένων δαπανών.
Οι δανειστές από την άλλη, προσκολλημένοι στα εσωτερικά τους ακροατήρια, και πολύ μακριά από το ενιαίο, Ευρωπαϊκό συμφέρον, επέμειναν με παλαιολιθική λογική στην πεπατημένη. Η διαπραγμάτευση διεξήχθη με πολύ εχθρικούς όρους για την ελληνική πλευρά, και με απόλυτη άγνοια κινδύνου από τους τρεις θεσμούς. Η διάθεσή τους ήταν πράγματι η ταπείνωση ενός ελαφρώς διαφορετικού και ελαφρώς δικαιότερου δρόμου προς τη λιτότητα, ή τον "λιτό βίο", όπως προτιμάτε. Η μετακίνησή τους προς τις ελληνικές θέσεις ήταν από λίγη, ως αμελητέα. Οι ευθύνες τους είναι τεράστιες σε οτιδήποτε θέλει προκύψει από εδώ και πέρα.
Λύσεις αναίμακτες, μετά από 5 μήνες εσωτερικής ακυβερνησίας και εξωτερικής αποτυχίας, για την κυβέρνηση δεν υπήρχαν. Μία συμφωνία όπως η τελεσιγραφική, δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει με δεδηλωμένη, μετά την ψήφισή της. Η εφαρμογή δε, της συμφωνίας αυτής, είναι σίγουρα υφεσιακή.
Άρα, οι εκλογές αβεβαιότητας και πόλωσης θα ερχόταν νομοτελειακά, εκτός κι αν γινόταν αυτό που τελικά έγινε· δημοψήφισμα. Και οι δύο απαντήσεις, σώζουν την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ. Το ναι, τον απαλλάσσει από το βάρος να το πει ο ίδιος, το όχι τον απαλλάσσει από τις ευθύνες της καταστροφής.
Ποιες είναι, όμως, οι επιλογές για τον Έλληνα πολίτη; Τις ξέρουμε και τις ξέρουν.
Η επιλογή όμως του συγγραφέα του κειμένου, είναι μία, είναι βέβαιη και είναι απολύτως τελική:
Ναι, και με τα δύο χέρια, στη συμφωνία.
Είναι ο μοναδικός τρόπος να εξασφαλιστεί για τη χώρα:
α) Νομισματική σταθερότητα-Σταθερή αγοραστική δύναμη
β) Πρόσδεση των εθνικών συμφερόντων με αυτά της Δυτικής Ευρώπης
γ) Γενναία επενδυτικά πακέτα που πλησιάζουν το 1/3 (!!!) του ΑΕΠ μας ως το 2020
δ) Ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης χρέους.
ε) Επάρκεια σε εισαγωγές
Αντίστοιχα, το όχι θα έφερνε με μαθηματική ακρίβεια:
α) Νόμισμα-κωλόχαρτο - μείωση δλδ μισθών συντάξεων κατά 40-60%
β) Εθνική απομόνωση
γ) Ούτε ένα σεντ.
δ) Άμεσα απαιτητά δεκάδες δις
ε) Ελλείψεις στην αγορά
Εν κατακλείδι, πράγματι η συμφωνία θα είναι δύσκολη και βαριά. Αλλά, άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Η απόρριψή της, σημαίνει de facto ανάδυση περικοπών σε πραγματική αξία εισοδήματος, όμοια με αυτή των τελευταίων ετών. Είναι χρέος μας, όσων ενδιαφερόμαστε για την κοινωνική σωτηρία, να διαφυλάξουμε την αξία της εργασίας και της ιδιοκτησίας μας, διατηρώντας παράλληλα τη χώρα σε ένα σταθερό πλαίσιο διεθνών συμμαχιών και σχέσεων. Η κυβέρνηση απέτυχε σχεδόν παταγωδώς, χτυπώντας έναν αδιάλλακτο τοίχο επιθετικών δανειστών. Δεν υπάρχει λόγος να έχει και η χώρα την ίδια μοίρα. Κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά λοιπόν, και με μία συμφωνία που, όσο κακή κι αν είναι, θα της δίνει χρήμα (και άρα χρόνο) για να φέρει στο προσκήνιο ένα πραγματικά ριζοσπαστικό πρόγραμμα δημόσιας μεταρρύθμισης και ανάπτυξης με κοινωνικό πρόσημο, έστω και με τη δεύτερη προσπάθεια.